Μεταρρυθμίσεις που πονάνε…

2
19

Το να κυβερνάς την Ελλάδα, ή μια άλλη χώρα του ευρωπαϊκού Νότου, σήμερα κάτω από συνθήκες άγριας λιτότητας και «μεταρρυθμίσεων» ακραίας νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, είναι βέβαιο ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ιδιαίτερα όταν έχεις να αντιμετωπίσεις αξιώσεις των δανειστών για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων, δηλαδή μέτρων, που είτε λόγω του κοινωνικού τους κανιβαλισμού, είτε λόγω της μεγάλης δόσης πολιτικής ορθότητας που αντίκειται σε ελληνικές παραδόσεις αιώνων, όχι μόνο δυσαρεστούν αλλά και εξαγριώνουν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Κάτι τέτοιο θα μπορούσε πιο εύκολα να γίνει αν είχαν καταργηθεί οι εκλογές για όσο διάστημα χρειάζονται οι «μεταρρυθμίσεις» ή αν οι κυβερνήτες ήταν εγχώριοι τεχνοκράτες που δεν λογοδοτούν σε κόμματα ή αν τη διακυβέρνηση την είχαν αναλάβει οι ίδιοι οι δανειστές, άμεσα. Το τελευταίο δεν το αποτόλμησε ούτε ο ίδιος ο Χίτλερ, που ουσιαστικά κυβερνούσε την Ελλάδα τέσσερα χρόνια, αλλά χωρίς εκλογές και με εγχώριους διεκπεραιωτές-κυβερνήτες.

Ο τετραγωνισμός του κύκλου για τους σημερινούς (αλλά και τους αυριανούς, με οποιαδήποτε «συμμαχική» κυβέρνηση) κυβερνήτες της χώρας συνίσταται στο να μπορούν να συνδυάσουν υπακοή προς τους δανειστές αναφορικά με τις αξιώσεις τους, αποδοχή των δυσάρεστων μέτρων από τους πολίτες ως αναγκαίας εξυγίανσης και διατήρηση, αν όχι αύξηση, των εκλογικών ποσοστών των κομμάτων από τα οποία προέρχονται και στα οποία δίνουν λόγο ως αρχηγοί. Κάτω από κανονικές συνθήκες η εξίσωση αυτή δεν έχει λύση.

Γι’ αυτό και επιστρατεύονται η εικόνα και ο λόγος, δηλαδή οι απεικονίσεις αυτού που υπήρξε πριν τις «μεταρρυθμίσεις», αυτού που υπάρχει τώρα με τις αλλαγές, και εκείνου που θα έρθει στο μέλλον, όταν όλα εξελιχθούν ομαλά. Βασικό εργαλείο για μια τέτοια επικοινωνιακή διαχείριση των πραγμάτων είναι η γλώσσα. Σε συνδυασμό πάντοτε και με το περιεχόμενο του μηνύματος.

Εν αρχή ην ο πληθυντικός. Στο παρελθόν ήμασταν σπάταλοι, λένε, τώρα ξοδεύουμε με φειδώ και περίσκεψη. Παλιότερα δεν είχαμε τάξη στο Δημόσιο, τώρα ξέρουμε τι μας γίνεται. Πριν από δύο χρόνια δεν μας υπολόγιζαν οι εταίροι, τώρα μας υπολογίζουν. Χθες είχαμε έλλειμμα, σήμερα έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα. Πριν από λίγο οι αγορές μας γύριζαν την πλάτη, τώρα βγήκαμε ξανά στις αγορές. Η χρήση της γλώσσας στην επικοινωνιακή διαχείριση της κρίσης θα μπορούσε να αποτελέσει κάλλιστα θέμα διδακτορικής διατριβής…

Η γλώσσα του πληθυντικού – οι αντωνυμίες και το πρώτο πρόσωπο στα ρήματα – επιχειρούν να διαμορφώσουν συστημικές συνειδήσεις σε υποκείμενα που έχουν πληγεί, πλήττονται ή κινδυνεύουν να πληγούν από τις «μεταρρυθμίσεις». Η ουσιαστική της αποστολή είναι παιδαγωγική: να εγκαταστήσει στις συνειδήσεις αυτές το αξίωμα πως «όταν ευημερούν οι αριθμοί, ευημερούν και οι πολίτες». Οι αριθμοί, οι οικονομικοί δείκτες, αφορούν ιδιότητες και καταστάσεις ενός οικονομικού συστήματος που συγκρίνεται με άλλα ομοειδή και αξιολογείται από εκείνους που συνδέονται μαζί του είτε ως μακρο-διαχειριστές είτε ως «πελάτες» (επενδυτές).

Απέναντι ακριβώς βρίσκεται η θεώρηση των πραγμάτων από τη σκοπιά του μέσου πολίτη, του ανθρώπου που αγωνίζεται να επιβιώσει οικονομικά και να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη μέσω της εργασίας που προσφέρει. Είναι π.χ. η οπτική καθενός από τους 48 υπαλλήλους του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων που έχουν τεθεί εδώ και μήνες σε διαθεσιμότητα επειδή, κάποια αναλογία φοιτητών και διοικητικών θεωρήθηκε από κάποιον εξουσιοδοτημένο κυβερνητικό μικρο-διαχειριστή αποκλίνουσα σε σύγκριση με τη συστημικά ορθή, την «κανονική».

Η διαθεσιμότητα των υπαλλήλων δεν έχει καμία σχέση με τη βελτίωση των υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων – αυτές έχουν ήδη γίνει χειρότερες μετά την αποχώρησή τους – αλλά με τη βελτίωση των δεικτών του οικονομικού συστήματος, όπως απαίτησαν πιεστικά οι νέοι δανειστές της χώρας. Οι υπάλληλοι αυτοί είναι πιθανό να μην ενταχθούν ποτέ σε πρόγραμμα κινητικότητας, ενώ σε λίγες μέρες οι αποδοχές τους κινδυνεύουν να γίνουν πλέον μηδενικές. Το προσωπικό και οικογενειακό τους πρόγραμμα έχει ανατραπεί πλήρως, τα σχέδια που έκαναν για τη ζωή των παιδιών τους ακυρώθηκαν.

Η αγορά εργασίας στη χώρα, για μια νέα προσπάθεια επανένταξης στο σύστημα απασχόλησης, είναι απελπιστική. Η δική τους θεώρηση των πραγμάτων είναι ότι κάποιοι με τις πολιτικές τους αποφάσεις τους κατέστρεψαν τη ζωή, γιατί αλλιώς την είχαν φανταστεί. Λιτή ίσως, αλλά τουλάχιστον αξιοπρεπή και με κάποια ασφάλεια.

Στο προσκήνιο υπάρχει φόβος, απελπισία, οργή. Από τη μια, ο φόβος, η απελπισία και η οργή των θυμάτων των «μεταρρυθμίσεων». Από την άλλη, η χαρά η ικανοποίηση και η αισιοδοξία των διαχειριστών του συστήματος και των «πελατών» του. Και ανάμεσά τους η ανησυχία των υπολοίπων που γλίτωσαν προς το παρόν την οικονομική εκτέλεση, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα σταθούν το ίδιο τυχεροί και στο μέλλον. Ορισμένοι από αυτούς θα συνταχθούν συναισθηματικά και πολιτικά με τους διαχειριστές του συστήματος, με το επιχείρημα «τόσο να ‘ναι το κακό». Άλλοι θα ευθυγραμμιστούν με τα θύματα και θα αποβάλουν τους «πληθυντικούς» της εξουσίας για να υιοθετήσουν άλλους, μερικότερους «πληθυντικούς». Θα αρχίσουν να λένε «αυτοί και εμείς, εσείς και εμείς».

Ο συστημικός λόγος είναι λόγος περιεκτικός. Ο χρήστης του – συνειδητά ή όχι – ταυτίζει την οπτική του συστήματος και των συστημικών αναγκών με την οπτική του πολίτη ως ανθρώπου και των δικών του αναγκών. Επιχειρεί να κρύψει το χάσμα που υπάρχει μεταξύ των δύο κόσμων, προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Είναι λόγος που ελπίζει ότι θα δώσει παρηγοριά στους απολυμένους του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων – και στα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα των πιο άγριων «μεταρρυθμίσεων» στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας – πληροφορώντας τους ότι το έλλειμμα μειώθηκε, ότι το πλεόνασμα αυξήθηκε, ότι οι οίκοι αξιολόγησης «μας» αναβάθμισαν, ότι ο κ. Σόϊμπλε «μας» συνεχάρη και ότι ο κ. Ρεν «μας» επαινεί για τα επιτεύγματα ζητώντας να συνεχίσουμε την προσπάθεια μέχρι το τέλος.

Μάταια ελπίζει. Διότι για να αποδεχθεί ο πολίτης το κακό που τον βρήκε ατομικά στα πλαίσια μιας κοινής προσπάθειας, χρειάζεται ένα ιδεώδες στο οποίο να πιστεύει και να ανήκει. Μάχες που έχουν γίνει στο παρελθόν για την ανεξαρτησία, την πίστη, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και που είχαν υποχρεωτικά απώλειες, έδιναν στους μετέχοντες ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο εκείνοι μπορούσαν να νοηματοδοτήσουν θετικά, παρά την οδύνη, την ατομική ή οικογενειακή απώλεια ως θυσία για κάποιον κοινό και ευγενή σκοπό. Ο νεοφιλελευθερισμός τέτοιο ιδεώδες δεν διαθέτει, έτσι οι απώλειες που υφίσταται ο πολίτης προκειμένου να «εξυγιανθεί» το σύστημα για να ωφεληθούν συγκεκριμένοι διαχειριστές και «πελάτες» του είναι δύσκολο να ερμηνευθούν από τον ίδιο ως «θυσία» σε μια κοινή προσπάθεια.

Στο οικονομικό μοντέλο που επικράτησε στον δυτικό κόσμο το τελευταίο τέταρτο του αιώνα το ιδεώδες είναι ο ανταγωνισμός, η επικράτηση του οικονομικά ισχυρότερου και η ισορροπία του τρόμου που προκύπτει μεταξύ αντιπάλων ανταγωνισμών στον πλανήτη. Προφανώς είναι ένα ιδεώδες για εκλεκτούς, όχι για πολλούς.

Το δίλημμα «περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη» για τις επικείμενες Ευρωεκλογές, χωρίς να προσδιορίζεται το περιεχόμενο της Ευρώπης που θέλουμε, είναι άνευ αντικειμένου και έχει χρησιμότητα μόνο ως προπαγανδιστικό εργαλείο.

Ποιος από μας θα ήθελε περισσότερη δόση μιας Ευρώπης που διαχωρίζει μεταξύ “PIIGS” και εύρωστων Βορείων, που χωρίζεται σε μια εύκρατη και μια διακεκαυμένη οικονομική ζώνη;

Ποιος από μας θα ήθελε λιγότερη δόση μιας Ευρώπης που θεωρεί αυτονόητο το κοινωνικό κράτος, το κράτος δικαίου, το δικαίωμα στην απασχόληση και τις ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση;

Ας ρωτήσουμε, λοιπόν, τα κόμματα που μας καλούν να τα ψηφίσουμε πώς φαντάζονται την Ευρώπη και πώς σκέφτονται να μεταφράσουν το όραμά τους σε πράξη, και όχι αν θέλουν λιγότερη ή περισσότερη Ευρώπη.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΏρα τελικών!
Επόμενο άρθροΤο κύμα του λαϊκού θυμού και η αστάθεια του ΣΥΡΙΖΑ
Ο Θανάσης Γκότοβος γεννήθηκε το 1951 στην Ήπειρο. Σπούδασε στο Ιεροδιδασκαλείο Βελλάς, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (Φιλοσοφική Σχολή) και στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, όπου και υπέβαλε τη διδακτορική του διατριβή (Τμήμα Επιστημών της Αγωγής) με θέμα "Γλώσσα και αλληλεπίδραση των παιδιών των Ελλήνων μεταναστών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Δυτικό Βερολίνο". Από το 1981 εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και από το 1989 είναι καθηγητής στον Τομέα Παιδαγωγικής του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής. Στο πεδίο της ειδίκευσής του ανήκουν οι Θεωρίες των εκπαιδευτικών οργανισμών, η Διδακτικής της γλώσσας και της ιστορίας, οι Θεωρίες της κοινωνικοποίησης και η Διαχείριση της ετερότητας στην εκπαίδευση. Έχει δημοσιεύσει πολλά βιβλία και άρθρα σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά.

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Απλά ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ! Η απογύμνωση του νεοφιλελευθερισμού από όλα του τα ψευδο-ιδεολογικά προσχήματα και η αποκάλυψη των δυσδιάκριτων επικοινωνιακών του τεχνασμάτων που εμπεριέχουν κάθε μέσο μαζικής παραπλάνησης – ακόμα και τις πλέον επιδέξιες ακροβασίες της γλώσσας!

    Το πρόβλημα είναι, Αθανάσιε, ότι και ο λαϊκιστικός «ανθρωπισμός», το αντίπαλο δέος (υποτίθεται) του νεοφιλελευθερισμού, δεν πάει πίσω σε ανάλογες εμπνεύσεις μαζικής κοροϊδίας! Υπάρχει, άραγε, τρίτος δρόμος;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here