Μια άλλη Ελλάδα θα ήταν εφικτή αν ήθελαν οι Έλληνες

0
49

Τα νέα μέτρα που ψηφίζονται σήμερα από τη Βουλή και κατ’ επέκταση το Μνημόνιο επιρρίπτουν άδικα το βάρος της οικονομικής κρίσης στους μισθωτούς και στους συνταξιούχους, επιχειρώντας να διατηρήσουν αλώβητο το κεφάλαιο, με την έννοια της αποφυγής της υποβάθμισης της αξίας των ομολόγων. Αυτή η οικονομική στρατηγική όμως όχι μόνο δεν είναι ρεαλιστική, αφού η εφαρμογή της αναμένεται να προκαλέσει κοινωνική έκρηξη, αλλά είναι και αναποτελεσματική.

Τα νέα μέτρα στηρίζονται στην επίκληση της ανάγκης αύξησης της ανταγωνιστικότητας, μέσω της μείωσης του κόστους εργασίας. Εντούτοις παραβλέπουν ότι το επίπεδο των τιμών στα πλαίσια ενός οικονομικού συστήματος συναρτάται και προς άλλους παράγοντες, όπως, ιδίως για την Ελλάδα, η μονοπωλιακή πολιτική ορισμένων επιχειρήσεων που καθορίζουν μονομερώς τις τιμές των προϊόντων (π.χ. οι αλυσίδες υπεραγορών ξένων συμφερόντων), ή οι αγκυλώσεις που θέτει η κρατική γραφειοκρατία στην ελεύθερη ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Στην πραγματικότητα όλη η υπαγορευμένη από την περιβόητη «τρόικα» κυβερνητική πολιτική αποσκοπεί στην ασύμμετρη ικανοποίηση των δανειστών του de facto πτωχευμένου ελληνικού δημοσίου, κατά πλήρη ανατροπή των αρχών της σύμμετρης ικανοποίησης που συνιστούν την «κεντρική ιδέα» του θεσμού της εμπορικής πτώχευσης. Οι δανειστές σε χρήμα ικανοποιούνται στο ακέραιο, τόσο για το κεφάλαιο όσο και για τους τόκους, τουλάχιστον για δάνεια που λήγουν στο άμεσο μέλλον.

Αντίθετα οι «δανειστές» σε είδος, δηλ. αυτοί οι οποίοι έχουν πιστώσει το κράτος με την εργασιακή τους δύναμη (δημόσιοι υπάλληλοι και λειτουργοί) ή τις ασφαλιστικές τους εισφορές (συνταξιούχοι), καθώς και οι αναγκαστικοί χρηματοδότες του, δηλ. οι φορολογούμενοι, επωμίζονται όλο το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής. Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι όλοι αυτοί είναι ψηφοφόροι, σε αντίθεση με τους περισσότερους από τους κατατασσόμενους προνομιακά δανειστές σε χρήμα (αφού το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους οφείλεται σε αλλοδαπούς πιστωτές). Το παράδοξο τούτο αποτελεί και μια ένδειξη για την ποιότητα της Δημοκρατίας μας, δηλαδή για το πόσο περιορισμένη είναι η πραγματική επιρροή του εκλογικού σώματος στη λήψη των καίριων πολιτικών αποφάσεων.

Το κύριο πρόβλημα της χώρας είναι το έλλειμμα στο ισοζύγιο των τρεχουσών (εξωτερικών) συναλλαγών κι όχι το δημοσιονομικό έλλειμμα ή το δημόσιο χρέος. Τα τελευταία θα ήταν αντιμετωπίσιμα, εάν το ισοζύγιο ήταν πλεονασματικό (όπως π.χ. στην περίπτωση του ιαπωνικού δημοσίου, που διατηρεί την πιστοληπτική του ικανότητα, μολονότι το χρέος του είναι υψηλότερο του ελληνικού). Είναι φανερό επομένως ότι η μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων των εισαγομένων αυτοκινήτων, η οποία επιχειρήθηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση και επανέρχεται ως δήθεν «απόσυρση» από τη σημερινή, επιδεινώνει την κατάσταση αυτή. Δεν είναι τυχαίο ασφαλώς ότι οι αυξημένες ελληνικές εισαγωγές συνεπάγονται αυξημένες γερμανικές, γαλλικές κλπ. εξαγωγές αυτοκινήτων, επιτείνοντας την οικονομική και πολιτική εξάρτηση.

Το ζητούμενο για την χώρα δεν μπορεί, πάντως, να είναι η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, με την αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και τη διευκόλυνση των απολύσεων, ούτε η συμπίεση των αμοιβών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας θα έπρεπε να επιδιωχθεί όχι με τη συμπίεση της αμοιβής της εργασίας σε επίπεδα που στο τέλος θα φθάσουν να είναι παραπλήσια προς εκείνα της Βουλγαρίας, αλλά με την (κατά κυριολεξία και όχι κατά φαντασία) επανίδρυση του κράτους.
Η επανίδρυση αυτή και πιο συγκεκριμένα η εξάλειψη περιττών γραφειοκρατικών εμποδίων στην ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών επιχειρήσεων, η εκλογίκευση της λειτουργίας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, ο μηδενισμός του κόστους πολιτικής «προστασίας» κλπ. προϋποθέτει την επανίδρυση του πολιτικού μας συστήματος. Προϋποθέτει την κατάρρευση των ψευδεπίγραφων «κομμάτων» (κατ’ ουσία πελατειακών δικτύων) που λυμαίνονται εναλλακτικά την εξουσία τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια και την «αποστρατεία» της τάξης των επαγγελματιών πολιτικών. Προϋποθέτει τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό της χώρας, με την ανάδυση νέων, δημοκρατικά οργανωμένων κομμάτων αρχών. Μία άλλη Ελλάδα θα ήταν εφικτή, αν την ήθελαν οι Έλληνες.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΝα βοηθήσουν και οι μουσουλμάνοι για το τζαμί
Επόμενο άρθροΘεσσαλονίκη – Βαρσοβία 0-1
Ο Κώστας Χρυσόγονος είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο τμήμα Νομικής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω. Γεννήθηκε στις Σέρρες το 1961, σπούδασε στη Νομική του ΑΠΘ και πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Αννόβερου Γερμανίας. Ηταν μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής (1993-1995), μέλος του ΕΣΡ (1994-1997), σύμβουλος σπουδών Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης (1994-1997), μέλος ΔΣ ΕΤΒΑ (1999-2001). Από το 2003 είναι τακτικός Καθηγητής στο ΑΠΘ και Αντιπρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου. Βιβλία: Verfassungsgerichsbarkeit und Gesetzgebung, 1987. Ο αντισυνταγματικός νόμος και η δημόσια διοίκηση, 1989. Η απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας, 1993. Εκλογικό σύστημα και Σύνταγμα, 1996. Ατομικά και Κοινωνικά δικαιώματα, 1998 (β´ έκδοση 2002, γ´ έκδ. 2006). Μια βεβαιωτική αναθεώρηση, 2000. Η ενσωμάτωση της ΕΣΔΑ στην εθνική έννομη τάξη, 2001. Συνταγματικό Δίκαιο, 2003. Το πρόβλημα της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, 2006. Η ιδιωτική δημοκρατία, 2009.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here