Ο τρισδιάστατος καθρέφτης

0
107

Τράβηξε το δερμάτινο λουρί και χτύπησε, κάπως ελαφρά, τον ατίθασο σκύλο του στα πλευρά, έπειτα μουρμούρησε λέξεις με πολλά σύμφωνα, μάλλον πως πήγαν χαράμι τα χρήματα, αυτά που είχε δώσει στον εκπαιδευτή, για να τον κάνει υπάκουο, να μοιάζει με έναν τετράποδο σιωπηλό ανθρωπάκο.

Τα συνηθισμένα, γύρισε σπίτι λίγο τσαντισμένος, όσο για το σκύλο, που ένιωθε το δύστροπο αφεντικό, δεν έβγαζε κιχ, μόνο κοιτούσε με θλίψη πέρα από το τζάμι, κολλούσε τη μουσούδα του πάνω στο γυαλί, έβλεπε τη μέρα που κρυβόταν και χανόταν μέσα στα θεόρατα ξεθωριασμένα κτήρια της πόλης.

Ο άντρας έβγαλε τα αθλητικά ρούχα, ντύθηκε και κίνησε για τη δουλειά του. Νέες εικόνες ξήλωσαν το πρωινό μνημονικό, η εποχή δε σηκώνει βαριές ανάσες, μόνο κρυφά προσωπικά χασομέρια και που και που, αν σου ξεφύγει, ένας άηχος αναστεναγμός, τότε σε κοιτούν όλο περιέργεια οι διπλανοί σου.

Λευκός άντρας, που ακόμη δεν είχε καταλάβει πως ήταν ο προνομιούχος της εποχής, με το παραμικρό έβρισκε αφορμή να μανουριάσει για τη μοίρα του.

Τη μια ήταν η άναρχη κίνηση στους δρόμους, την άλλη οι βιαστικοί πελάτες, στο κεντρικό καφέ που εργαζόταν. Τόσα όνειρα, τόσες πιθανότητες κι απ’ αυτές φαίνεται πως έτυχε να διαλέξει τις χειρότερες. Και πάλι τα μάτια εστίασαν σε νέα σχήματα, σε ολοκαίνουριες εικόνες που έτρεχαν μακριά του.

Η διαγραφή της πρόσφατης μνήμης τον έσωζε από ένα πιθανό μικρό εγκεφαλικό, όμως κι αυτή η μέρα φαινόταν ήδη τελειωμένη, πως δεν θα είχε κανένα ενδιαφέρον για να κρατηθεί.

Χαμογελούσε κάπως νευρικά και έσβηνε τέταρτα και μισάωρα ορθοστασίας πάνω στο αφρόγαλα των καφέδων. Πάλι καλά που τέτοιες εποχές έγραφε μεροκάματα.

Στο σπίτι το σκυλί λαγοκοιμόταν, πότε-πότε η ανάσα του γινόταν πιο βαριά, σα να συλλογιζόταν τους καημούς του. Μα ήταν κι αυτό τυχερό, όπως το αφεντικό του.

Η μοναξιά ήταν καταδίκη, γινόταν ασφάλεια, έτυχε να γεννηθεί σε έναν αφιλόξενο πλανήτη για όλα τα πλάσματα που δε γεννήθηκαν άτριχα κολοβά δίποδα, μα ετούτος ο μούργος τουλάχιστον είχε στέγη, φαΐ και φροντίδα.

Αργά το απόγεμα οι δυο τους ξαναβρέθηκαν, περπάτησαν μαζί και έμοιαζε σα να μοίραζαν άχρηστα παράπονα της μέρας. Και οι δυο ήθελαν κάτι παραπάνω, κάτι που μάλλον τους χρωστούσε ετούτη η ζωή.

Έπεσαν πάνω σε έναν γνωστό άστεγο, έσερνε κι αυτός έναν μικρό ξεμαλλιασμένο σκυλάκο, οι δυο τους ξεντέριαζαν κάδους σκουπιδιών.

Κανένας δεν έδινε σημασία, φαινόταν ότι πιο φυσικό για αυτή την πόλη.
Λίγο πιο πέρα έζεχνε ένας πλημμυρισμένος βόθρος, προσπέρασαν και στα γρήγορα βρέθηκαν σε ένα μικρό ατημέλητο πάρκο. Οι λέξεις μπορεί να πονούσαν, όμως δεν είχαν πια καμιά σημασία.

Το σκυλί έκανε τις ανάγκες του, έπειτα πήραν το δρόμο της επιστροφής, οι δυο τους έμοιαζε γερνούν σε έναν παρατημένο τόπο κι είχαν μια μονάχα διέξοδο. Βιάζονταν να κλειδωθούν στο εσωτερικό του διαμερίσματος, να καταβροχθίσουν ξενικές εικόνες, να βάλουν όλα τα ρολόγια να τρέξουν όλο και πιο γρήγορα, να φέρουν πιο κοντά τα ανθρώπινα και τα σκυλίσια χρόνια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here