Οι μεταφραστές του Ίρβιν Γιάλομ για τον μεγάλο ψυχίατρο & τους αμφισβητίες του

0
1093

Πριν από λίγα χρόνια στα χέρια πολλών Ελλήνων αναγνωστών φιλοξενήθηκαν τα βιβλία ενός σπουδαίου συγγραφέα. Του Ίρβιν Γιάλομ, που θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους, εν ζωή, εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική, ενώ το λογοτεχνικό του έργο αρχίζει όψιμα και περιλαμβάνει  συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα, που όλα έχουν γίνει μπέστ-σέλλερ σε πολλές χώρες.

Διάβασα πολλά από τα βιβλία του, μα κάθε φορά στεκόμουν στο δύσκολο έργο της μετάφρασης. Ώσπου μια μέρα γνώρισα τον Γιάννη Ζέρβα και την Ευαγγελία Ανδριτσάνου, τους μεταφραστές του Γιάλομ. Και γίναμε φίλοι.

Η Ταυτότητα τους

Ο Γιάννης Ζέρβας σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και Ψυχιατρική στη Νέα Υόρκη. Είναι αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπεύθυνος του Τμήματος Ψυχικής Υγείας Γυναικών του Αιγινήτειου Νοσοκομείου. Παράλληλα με πολλά επιστημονικά άρθρα και δοκίμια στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία, έχουν εκδοθεί ποιητικές του συλλογές, ενώ έχει μεταφράσει ποίηση και λογοτεχνία.

Η Ευαγγελία Ανδριτσάνου σπούδασε ελληνική Φιλολογία, Γλωσσολογία και Θέατρο. Έγραψε, μετέφρασε και διασκεύασε έργα για το Θέατρο, ίδρυσε τη θεατρική ομάδα «Αρμαδίλλος»,  ενώ εργάστηκε ως σκηνοθέτης και ηθοποιός.

Η Συνάντηση

Όταν μια μέρα συναντήθηκαν, έκαναν ωραίες και θρεπτικές κουβέντες για την ψυχοθεραπεία, τη φροντίδα του ανθρώπου από τον άνθρωπο και  την ψυχή και άρχισαν να μεταφράζουν μαζί ποίηση. Τότε ο  Γιάννης Ζέρβας σκέφτηκε, για εκπαιδευτικούς σκοπούς, να γίνει μια πρώτη έκδοση ενός βιβλίου του ψυχίατρου Ίρβινγκ Γιάλομ. Και έτσι ξεκίνησαν να  μεταφράζουν μαζί. Όταν η Ευαγγελία Ανδριτσάνου μετέφρασε το βιβλίο για την ομαδική ψυχοθεραπεία επιθύμησε να σπουδάσει και, έτσι, ξεκίνησε η εκπαίδευση και το ταξίδι  της στην ψυχοθεραπεία ομάδας, ατόμου και οικογένειας.

Μαζί έχουν ξεκλειδώσει τον γλωσσικό κώδικα, έχουν μεταφράσει και  επιμεληθεί  το σύνολο του έργου του πολύ γνωστού μας, πια, ψυχιάτρου Ίρβινγκ Γιάλομ.

Σήμερα ζουν και εργάζονται στην Αθήνα και είναι γονείς  τριών παιδιών.

Η Συνέντευξη

Η ενδιαφέρουσα συζήτηση που ακολουθεί έγινε στο σπίτι τους ένα μεσημέρι Σαββάτου. Και στη συνέχεια απομαγνητοφωνήθηκε για να γίνει συνέντευξη.

– Πώς ήρθε στη ζωή σας ο Ίρβιν Γιάλομ;

Ευαγγελία Ανδριτσάνου: Οι πρώτες μου σπουδές ήταν στη Γλωσσολογία. Πριν την Θεατρολογία μεσολάβησε το Θέατρο, πήγα στην δραματική σχολή του Σπύρου Ευαγγελάτου και μετά άρχισα να δουλεύω στο Θέατρο. Επειδή το αγαπούσα πολύ ως Τέχνη, δεν μπόρεσα ποτέ να το δω σαν επάγγελμα. Είναι και ζήτημα χαρακτήρα. Δεν μου ήταν εύκολο να ζητάω κάθε 3-4 μήνες δουλειά ούτε να συμμετέχω σε μια παράσταση μηχανικά, χωρίς καλλιτεχνική αναζήτηση, μόνο για το μισθό και τα ένσημα. Αναζητώντας τον προσωπικό μου δρόμο αποφάσισα να ασχοληθώ με το θέατρο και από επιστημονική σκοπιά και τότε έκανα Θεατρολογία. Έπειτα έφτιαξα τη δική μου θεατρική ομάδα, τον «Αρμαδίλλο», εκεί έγραφα, σκηνοθετούσα και έπαιζα και ήταν μεγάλη χαρά να κάνω Θέατρο, όπως το εννοούσα εγώ. Κάποια στιγμή, όπως ήταν φυσικό, μας τέλειωσαν τα λεφτά και μετά, τελείως συμπτωματικά, ξεκίνησε η ενασχόληση με τον Γιάλομ.

Η αλήθεια είναι ότι από χρόνια πριν, από τότε που γνωρίστηκα με τον Γιάννη συζητούσαμε πάρα πολύ για διάφορα ζητήματα της ψυχοθεραπείας. Ήταν κάτι που μ’ ενδιέφερε και μένα από καιρό, ήταν κάτι που το γνώρισα προσωπικά, και στη σχέση μας με τον Γιάννη είχαμε μια πολύ ωραία ανταλλαγή, όπως και με τη Λογοτεχνία. Μέσα από την γνωριμία με τον Γιάννη ξανάρχισα το γράψιμο – που το είχα σταματήσει όταν μπήκα στη Φιλοσοφική, σαν να με στείρωσαν ξαφνικά! – κάναμε πολλές συζητήσεις ωραίες και θρεπτικές για την ψυχοθεραπεία, για την ψυχή, για τη φροντίδα του ανθρώπου από τον άνθρωπο, αρχίσαμε να μεταφράζουμε μαζί ποίηση.

Γιάννης Ζέρβας.: Εκείνη έτρεφε την ψυχή της και εγώ τσιμπολογούσα (απαντάει χαμογελώντας)

Ε.Α. : Μετά είχε κάποια στιγμή αυτή την πολύ ωραία ιδέα ο Γιάννης. Σκέφτηκε να γίνει μια πρώτη έκδοση ενός βιβλίου του Γιάλομ, επειδή δίδασκε ειδικευόμενους ψυχιάτρους, πιο πολύ για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Και είπαμε να το μεταφράσουμε μαζί, όπως κάναμε και τα ποιητικά και έτσι ξεκίνησε ένα άλλο κεφάλαιο!

– Και κάπου εκεί εσύ αποφάσισες να «μπεις» στον κόσμο της ψυχοθεραπείας…

Ε.Α. Μετά τα πρώτα λογοτεχνικά βιβλία, όταν μετέφρασα το μεγάλο βιβλίο του Γιάλομ για την ομαδική ψυχοθεραπεία, ένιωσα ότι βρισκόμουν πια πολύ μέσα σ’ όλο αυτό και επιθύμησα να το σπουδάσω συστηματικά. Έτσι ξεκίνησα μια εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία ομάδας –αλλά  και στη θεραπεία ατόμου και οικογένειας. Σ’ αυτή τη φάση της ζωής μου βρίσκω σ’ αυτό μεγάλο νόημα. Έχω ξεκινήσει εδώ και μερικά χρόνια να βλέπω ομάδες, να βλέπω και ατομικά περιστατικά ή ζευγάρια. Δέσανε όλα σιγά – σιγά. Βέβαια το Θέατρο είναι κάτι που δεν μπορώ να το εγκαταλείψω. Όλο γύρω από εκεί γυρίζω. Πριν από δύο χρόνια διασκεύασα για το θέατρο το μυθιστόρημα του Γιάλομ «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» -και αυτό ήταν μια μεγάλη χαρά. Ήταν μια ιδέα που προϋπήρχε χρόνια, αλλά για κάποιο λόγο δεν είχε βρεθεί δρόμος για να φτάσει μέχρι την υλοποίηση. Ευτυχώς πραγματοποιήθηκε το όνειρο αυτό με τον καλύτερο τρόπο. Ξεπέρασε και τις δικές μου προσδοκίες έτσι όπως έγινε η παράσταση .

– Πώς μοιράσατε τους ρόλους σας σ΄ αυτό το σπουδαίο και δύσκολο έργο;

Γ.Ζ Τις μεταφράσεις ξεκινήσαμε να τις κάνουμε μαζί με την Ευαγγελία και, σιγά – σιγά, όσο πέρναγε ο καιρός, η μετάφραση γινόταν όλο και πιο πολύ έργο της Ευαγγελίας ενώ εγώ εστιαζόμουν όλο και περισσότερο στην επιστημονική επιμέλεια των βιβλίων. Πέρα από τους ευνόητους λόγους, η σχέση της με την ελληνική  γλώσσα είναι πολύ πιο εμπεριστατωμένη από τη δική μου. Ένιωθα συχνά ότι η Ευαγγελία έκανε το πρώτο χέρι κι εγώ πήγαινα και της το χάλαγα με τις παρεμβάσεις μου, που είναι συνήθως πολύ πιο «προφορικές»… οπότε μετά από ένα σημείο σταμάτησα να της το χαλάω. Αλλά το πρώτο – πρώτο βιβλίο,  το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», στην κυριολεξία το κάναμε μισό- μισό: από την αρχή έως τη μέση ο ένας και από τη μέση έως το τέλος ο άλλος. Ανακαλύψαμε γρήγορα ότι αυτός ήταν ο χειρότερος τρόπος να το κάνουμε. Γιατί το να γίνει ενιαίο το ύφος στο κείμενο μετά πήρε πάνω από 6 μήνες. Δηλαδή ήταν μια τραγική υπόθεση, οπότε μετά δεν το ξανακάναμε ποτέ έτσι.

Η δυναμική ενός «Ψ» συγγραφέα

– Ποια είναι η δυναμική του «λόγου» του Γιάλομ στον κόσμο; Στην Ελλάδα συνάντησα πολλούς αναγνώστες με τα βιβλία του στα χέρια τους.

Γ.Ζ. Η εντύπωση ότι ο Γιάλομ έχει μεγάλη απήχηση μόνο στους Έλληνες είναι εσφαλμένη. Ο Γιάλομ έχει μεγάλη απήχηση σε πολλές χώρες, ξεκινώντας από την Αμερική όπου στις δεκαετίες του ογδόντα και του ενενήντα, όταν  πρωτοεκδόθηκαν τα βιβλία του εκεί, έκανε μεγάλη εντύπωση. Συνεχίζει να έχει μεγάλο κοινό εκεί και είναι συχνά προσκεκλημένος ομιλητής στα μεγάλα εθνικά τους ψυχιατρικά συνέδρια. Στην Αγγλία επίσης, στη Νορβηγία, στην Αργεντινή, στο Ισραήλ, στην Τουρκία, είναι πολύ αγαπητός στο κοινό και έχει μεγάλη επιτυχία. Πρόσφατα άρχισε να επηρεάζει και τους Γάλλους που κρατούσαν αντίσταση, για πάρα πολλά χρόνια, νομίζω λόγω της αμεσότητας με την οποία γράφει. Σε πολλά μέρη, πέραν της Ελλάδας, πάει εκδοτικά πολύ καλά ο Γιάλομ.

Ε.Α.: Και στην Ελλάδα κάτι έδωσε ο Γιάλομ, κάτι είπε στον κόσμο, ήρθε και ήταν σα να τον περιμένανε.

Οι αντιδράσεις

– Ένα, περίπου χρόνο, μετά την έκδοση των βιβλίων του, θυμάμαι διάβαζα διάφορα δημοσιεύματα γεμάτα αντιρρήσεις και αντιδράσεις για το έργο του με ερωτήσεις όπως: «τι μας χρειάζεται ο Γιάλομ» ή «οι αναγνώστες μπορούν να κάνουν ψυχανάλυση κρατώντας ένα βιβλίο;» Γιατί κάποιοι αντιδρούν στον Γιάλομ;

Γ.Ζ.: Δεν κάνει ψυχανάλυση ο Γιάλομ, το καθιστά και ο ίδιος σαφές αυτό, κάνει ψυχοθεραπεία με εστιασμό στα διαπροσωπικό και στα υπαρξιακά ζητήματα. Οι ψυχαναλυτές έχουν αντιδράσει αρκετά στον τρόπο που παρουσιάζει τη διαδικασία της θεραπείας γιατί δεν μοιάζει με το τρόπο που κάνουν εκείνοι ψυχοθεραπεία. Βέβαια, ο κόσμος λέει, γενικά, ψυχανάλυση και εννοεί ψυχοθεραπεία γι’ αυτό και λέει ψυχανάλυση κι αυτό που κάνει ο Γιάλομ. Αλλά, είναι πολύ διαφορετικό, ένας ψυχαναλυτής, κλασικός τουλάχιστον, δεν θα είχε ούτε τέτοια θεραπευτική στάση ούτε τέτοια γραφή. Έχουν δημιουργηθεί μερικές παρεξηγήσεις με τους ψυχαναλυτές του χώρου για το αν αξίζει ή δεν αξίζει ο Γιάλομ, αντιρρήσεις σε επίπεδο τεχνικής και ερμηνείας. Δεν έχει νόημα να μπαίνει κανείς σε αντιπαράθεση. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο Γιάλομ κάνει άλλο πράγμα, δεν κάνει ψυχανάλυση. Αυτό που κάνει εμπεριέχει μέσα του την ψυχοθεραπευτική στάση των αμερικανικών σχολών ψυχοθεραπείας και ειδικά της Δυτικής Ακτής.

Ε.Α: Αντί να σκέφτεται κανείς και να ερευνά ποια είναι η πηγή της μεγάλης ανταπόκρισης του κοινού σε ένα συγγραφέα, σε ένα Έργο Τέχνης, υπάρχει δυστυχώς αυτό το παρανοϊκό ελληνικό χαρακτηριστικό, να ψάξουμε να βρούμε πού είναι η τρύπα, πού χωλαίνει ο συγγραφέας αυτός και πώς εξαπατά. Είναι αλήθεια ότι είμαστε συνηθισμένοι να μας εξαπατούν παντού γύρω μας. Είναι πολύ θλιβερό και ταράζομαι που το λέω. Εδώ που έχουμε φτάσει έχουμε φτάσει και γι‘ αυτό το λόγο. Είναι μεγαλύτερο το ποσοστό της εξαπάτησης από ό,τι της αυθεντικής  συναλλαγής. Έτσι λοιπόν και μερικοί «Ψ», όχι όλοι βέβαια, αλλά και μια μερίδα λογοτεχνών λένε: «Γιατί ο Γιάλομ έχει πετύχει τόσο πολύ;» αντί να αναζητήσουν γιατί έχει απήχηση και ποιο κενό καλύπτει. Γιατί προφανώς κάτι ζητούσε το ελληνικό κοινό, το οποίο το ρούφηξε με λαχτάρα από εκεί. Κοιτάνε να δούνε «τι κόλπο κάνει αυτός;» «πώς εξαπατά το κοινό;». Μα ο ίδιος ο Γιάλομ  λέει: «Εγώ τους θαυμάζω τους μεγάλους λογοτέχνες, δεν  θεωρώ ότι τους  έχω φτάσει». Το σημαντικό είναι ότι στο μέτρο των δικών του δυνατοτήτων και χωρίς να έχει καβαλήσει κανένα καλάμι λέει: «Θέλω να πραγματώσω το δυναμικό που κουβαλάω» και αυτό προτείνει και σε όλους μας, είναι το μεγάλο του δίδαγμα. Με τα λόγια του Νίτσε:  «Ζήσε τη ζωή σου. Γίνε αυτός που είσαι!». Δεν είναι κάτι αυτονόητο.

Δηλαδή, εγώ για τον εαυτό μου μπορώ να πω ότι τώρα, σ΄ αυτή τη φάση, μετά από όλη αυτή τη διαδρομή, τη Γλωσσολογία, το Θέατρο, τη Λογοτεχνία, την Ψυχοθεραπεία… τώρα νιώθω ότι γίνομαι αυτή που είμαι. Δεν είναι αυτονόητο. Υπάρχουν άνθρωποι που το έχουν από νωρίς. Από μια άποψη είναι, ίσως, τυχεροί. Από την άλλη, εγώ αισθάνομαι ότι έχω κερδίσει μεγάλο ψυχικό πλούτο από τόση αναζήτηση. Η διαδρομή μου οδηγούσε κάπου… το κάθε πράγμα χτιζόταν πάνω στο άλλο. Όλα αυτά είναι εφόδια που συγκλίνουν και στη μετάφραση και στην άσκηση της ψυχοθεραπείας. Βοηθάει πάρα πολύ η εις βάθος γνώση της Λογοτεχνίας, της Γλωσσολογίας, του Θεάτρου. Είναι εξαιρετικά πολύτιμες αποσκευές.

– Είναι ο «ψυχολόγος» της μάζας ο Γιάλομ; Τι μπορεί να κάνει ένα  βιβλίο του Γιάλομ σ΄ έναν άνθρωπο που έχει μια «εκπαίδευση» και σ΄ έναν άλλον που δεν έχει;  Το σημειώνω αυτό γιατί τον διαβάζουν πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι.

Ε.Α.: Με τα βιβλία του Γιάλομ συμβαίνει ό,τι συμβαίνει με οποιοδήποτε έργο λογοτεχνίας ή επιστημονικό. Ο καθένας παίρνει κάτι, ανάλογα με τις αποσκευές του. Εξαρτάται, βέβαια, και πόσο ανοιχτός είναι στο καινούργιο.

Γ.Ζ.: Και οι δύο μπορούν να πάρουν και να καταλάβουν κάποια πράγματα και οι δύο να παρεξηγήσουν κάποια πράγματα. Και οι επιστήμονες και οι μη επιστήμονες. Το έχουμε ακούσει αυτό να γίνεται. Άνθρωποι που δεν έχουν σχέση με το επάγγελμα («Ψ») να καταλαβαίνουν και άνθρωποι του χώρου να παρεξηγούν χονδροειδώς. Συμβαίνει. Και στις δύο περιπτώσεις.

Ε.Α: Είναι αλήθεια αυτό, τον Γιάλομ  τον διαβάζουν πολύ διαφορετικές ομάδες ανθρώπων. Η μεγάλη του επιτυχία οφείλεται πιστεύω στην πολύ μεγάλη του αποδοχή για τον αναγνώστη, για τον θεραπευόμενο, για τον άλλον. Είναι κάτι το οποίο έχει μεγάλη διαφορά από τη συνήθη στάση των Ελλήνων, δεν μπορώ να μην το πω. Εμείς παραδοσιακά κοιτούσαμε τον άλλον με μάτι καχύποπτο. Δεν κοιτούσαμε το μισογεμάτο, κοιτούσαμε το μισοάδειο. Έτσι, λοιπόν, νομίζω ότι αυτό είναι το πρώτο πράγμα που τράβηξε στον Γιάλομ τόσους πολλούς Έλληνες αναγνώστες, ότι είναι ένας άνθρωπος οποίος αποδέχεται τον άλλον, του δίνει αξία. Είχα πει κάτι, όταν παρουσίαζα το βιβλίο της ομαδικής ψυχοθεραπείας, ότι και αυτό το βιβλίο μεταφράζοντάς το ένιωθα σαν ο Γιάλομ να το είχε γράψει προσωπικά στον αναγνώστη, σ’ εμένα, σ’ εσάς. Είναι τόσο άμεσος, νιώθεις ότι σου απευθύνεται προσωπικά, ακόμα κι όταν γράφει ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο εγχειρίδιο. Γνωρίζοντάς τον και ως άνθρωπο,  βλέπεις ότι είναι και ο ίδιος πάρα πολύ  δεκτικός και γεμάτος αποδοχή για τον άλλον και νομίζω ότι αυτό είναι το πρώτο ανακουφιστικό πράγμα που μας έδωσε στους Έλληνες αναγνώστες. Τώρα που το συζητάμε το αποκρυσταλλώνω και εγώ.

– Τι συμβαίνει όταν μεταφράζουν τον Γιάλομ δύο άνθρωποι που δεν είναι μόνο μεταφραστές αλλά και ειδικοί;

Ε.Α.: Θυμάμαι τις πρώτες μεταφράσεις που κάναμε. Υπάρχουν τρόποι του Γιάλομ που, ενδεχομένως, να μην τους χρησιμοποιώ ούτε εγώ ούτε ο Γιάννης αλλά ας μη ξεχνάμε ότι ο Γιάλομ ανήκει και σε μια διαφορετική κουλτούρα. Δεν μπορεί, δηλαδή, να βγάλει κανείς και τον ψυχοθεραπευτή και από την κουλτούρα που τον περιβάλλει. Ο καθένας έχει, επίσης, και την ιδιοσυγκρασία του σαν άνθρωπος, το θεραπευτικό του στυλ. Όμως ο Γιάλομ δίνει πάρα πολλά εφόδια, αν όχι στο επίπεδο της τεχνικής, σίγουρα στο επίπεδο του πώς καλλιεργείται η θεραπευτική σχέση. Αυτός είναι ο πυρήνας της θεραπείας του, η θεραπευτική σχέση. Και βέβαια ο άλλος του πυρήνας, ο θεματικός, είναι τα υπαρξιακά θέματα, τα διλήμματα, οι αγωνίες… Οπότε, όταν μεταφράζεις ένα βιβλίο του, είναι και σαν να κάνεις μια εντατική ψυχοθεραπεία. Εγώ ειδικά, καθώς είμαι και σαν άνθρωπος των εντατικών ρυθμών, όσο μεταφράζω κάθε βιβλίο βουτάω μέσα στο κείμενο κι αυτό με κάνει να ξανακοιτάζω δικά μου θέματα 5 – 6 ώρες την ημέρα ! Είναι και λίγο βασανιστικό αυτό…

– Η Λογοτεχνία μπορεί να έχει θεραπευτικό χαρακτήρα;

Ε.Α: Η λογοτεχνία έχει από μόνη της πάντα ένα θεραπευτικό χαρακτήρα. Και γι’ αυτόν που τη διαβάζει και γι’ αυτόν που τη γράφει.  Προσφέρει «νάρκη του άλγους», όπως έλεγε ο Καβάφης. Με όλες τις Τέχνες συμβαίνει το ίδιο.

Υπάρχει ένα θέμα ηθικής: στο ότι ο Γιάλομ αφήνει τους αναγνώστες να δουν από μια μισάνοιχτη πόρτα και να κρυφακούσουν, αναφέρομαι σε ιστορίες ανθρώπων μέσα από τα βιβλία του  όπως  στο «Ο Δήμιος του Έρωτα» και στο «Η μάνα και το νόημα της ζωής».

Ε.Α: Καταρχάς πρόκειται για ιστορίες που αφορούν πρώην θεραπευόμενους, ανθρώπους δηλαδή με τους οποίους έχει τελειώσει η θεραπευτική σχέση. Φροντίζει πάντα να ζητήσει την άδειά τους. Επίσης, δεν παρουσιάζει καμία από τις ιστορίες ακριβώς όπως ήταν. Μεταμφιέζει καταστάσεις και πρόσωπα. Γράφει κατ’ αναλογία. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται για παρουσιάσεις περιστατικών αλλά για λογοτεχνία.

– Η λογοτεχνία των «Ψ» (ψυχίατροι, ψυχοθεραπευτές, ψυχαναλυτές) τι μπορεί να δώσει στο κοινό;

Ε.Α: Το πρώτο είναι το να ξε-φοβηθεί ο άνθρωπος όταν ζητάει βοήθεια. Αυτό ο Γιάλομ το καταφέρνει εύκολα. Δείχνει στους ανθρώπους ότι ο θεραπευτής είναι κι αυτός ένας άνθρωπος. Είναι μια θέση πολύ διαφορετική από την παραδοσιακή ψυχανάλυση, η οποία έχει τον αναλυτή πίσω από το ντιβάνι, δεν τον βλέπει καν ο αναλυόμενος, λειτουργεί σαν ένα άγραφο χαρτί στο οποίο θα προβάλει ό,τι θέλει.

Μεταφράζοντας το «Σήμερα»

– Τι είναι αυτό που ζούμε σήμερα; Μπορείτε να το μεταφράσετε;

Ε.Α: Θα μιλήσω για μας τους Έλληνες σε προσωπικό επίπεδο και θα πω ότι είναι αυτό που ζούμε είναι ένα δυστύχημα. Ούτε μας άξιζε. Κάποιοι μπορεί να άξιζε να τιμωρηθούν αυστηρά, αλλά συνήθως δεν είναι αυτοί οι οποίοι πλήττονται. Πολλοί παράγοντες έχουν παίξει ρόλο και συγκλίνουν σε κάτι που είναι μια από αυτές που λέμε «μαύρες περιόδους της ιστορίας», νομίζω, και φοβάμαι ότι θα μαυρίσει κι άλλο.  Σίγουρα είναι αποτέλεσμα της πορείας των τελευταίων δεκαετιών. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Και η Ιστορία κάνει κύκλους. Ως συστημική θεραπεύτρια το βλέπω και σαν την εκδήλωση μιας εντροπίας μέσα σ’ ένα σύστημα, η οποία είναι αδύνατον να αποκλειστεί. Η περιγραφή, όμως, ή η εξήγηση του φαινομένου δεν ανακουφίζει κανέναν. Για τον κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο ή για μια οικογένεια, το ξαναλέω, είναι μεγάλο δυστύχημα να απειλείται η επιβίωσή τους με τόσους τρόπους – όταν χάνει κάποιος τη δουλειά του, όταν οι μισθοί μειώνονται, όταν οι φόροι αυξάνονται σε σημεία εντελώς παράλογα, όταν η υγεία υποβαθμίζεται, η δημοκρατία παραβιάζεται συνεχώς, η ελευθερία, η ισονομία… Το μόνο που μπορεί πραγματικά να μας κρατήσει είναι να ψάξουμε να βρούμε τι μέσα σ’ αυτή την πολύ δύσκολη συγκυρία έχει αξία, έχει ουσία. Θα πρέπει να αναζητήσουμε  τρόπους προσαρμογής και στηρίγματα πάνω στα οποία θα μπορέσουμε να βασιστούμε για να οικοδομήσουμε αυτά που γκρεμίζονται. Γιατί τώρα είναι μια κατακρήμνιση όλο αυτό.

Ήδη νομίζω αυτόματα γίνεται αυτό, ένα μεγάλο μέρος του κόσμου στρέφεται πολύ περισσότερο προς τα ουσιαστικά πράγματα. Στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους – έχουν γίνει πιο ευγενικοί οι άνθρωποι, δεν ξέρω εάν το έχετε παρατηρήσει αυτό. Προσφέρουν και αρχίζουν να εφευρίσκουν. Είμαστε εφευρετικοί, είμαστε και σαν λαός εφευρετικοί, αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο προσόν μας. Πάντα ήμασταν εφευρετικοί και στο καλό και στο κακό.

Γ.Α : Και λωτοφάγοι και πολυμήχανοι

Ε.Α: Και τώρα κλυδωνιζόμαστε ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα. Και το καλό αναπτύσσεται και το κακό επεκτείνεται.

– Είναι η καθημερινότητα που κλυδωνίζεται…

Γ.Ζ: Κι αυτό που το κάνει ακόμη πιο δυσνόητο είναι ότι αυτό που συμβαίνει δεν είναι ένα πολυεπίπεδο πράγμα, συμβαίνουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Και ο κόσμος αντιμετωπίζει τα επί μέρους κομμάτια με διάφορους τρόπους, ο ένας το βλέπει από δω, ο άλλος από κει. Νομίζω ότι δεν υπάρχει συνολική κατανόηση. Υπάρχει μεγάλη ανατροπή και σε επίπεδο καθημερινής ζωής αλλά και σε επίπεδο πολιτισμικής ταυτότητας. Μαζί με τα ξερά κάηκαν και τα χλωρά. Οι Έλληνες ταπεινώθηκαν συνολικά και για τις παγαποντιές τους αλλά και για την κουλτούρα τους στα μάτια των βόρειων εταίρων, που το κοιτάζουν μέσα από ένα προτεσταντικό πρίσμα και μια κουλτούρα ευρύτερης κοινότητας που όλοι υπηρετούν.  Οι Έλληνες, αντίθετα, ακολουθούσαν πάντα μια κουλτούρα προστασίας και πριμοδότησης των μελών της «συγγενικής ομάδας», είτε αυτή ήταν οικογενειακή, είτε τοπικιστική ή ιδεολογική. Δεν υπηρετούσαν ή σχεδίαζαν το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας. Είναι μια τελείως άλλη αντιμετώπιση που συνδυασμένη με την τακτική της αποφυγής ανάληψης προσωπικής ευθύνης στα δημόσια πράγματα μας κράτησε μακριά από τις εξελίξεις της υπόλοιπης Ευρώπης.  Αυτή τη στιγμή συντελείται ένας βίαιος εξευρωπαϊσμός που λόγω πίεσης χρόνου και δανειστών γίνεται πρόχειρα και κακότεχνα, παραβιάζοντας όλους τους ανθρώπινους ρυθμούς. Οι κοινωνίες, όταν αλλάζουν, μεταβάλλονται σταδιακά αφομοιώνοντας τις διαφορές παλιού και κανούργιου ή ξένου μέσα από την συνύπαρξη, όχι με εκβιασμούς και προθεσμίες. Αυτό επιτείνει την κρίση αξιών καθώς χάνονται και τα πολιτισμικά ερείσματα που τις στηρίζουν.

– Μα, το πρόβλημα των αξιών είναι ένα διεθνές ζήτημα.

Γ.Ζ: Βέβαια, το πρόβλημα των αξιών είναι διεθνές ζήτημα. Από τη στιγμή που παύει να είναι το μέτρο ο άνθρωπος και οι ανάγκες του και γίνεται μέτρο το χρήμα σε τέτοιο βαθμό εύκολα γίνεται κανείς θύμα της κερδοσκοπικής απληστίας. Ο ίδιος ο Καπιταλισμός όπως τον ξέραμε πριν την παγκοσμιοποίηση και τον νεοφιλελευθερισμό είχε ρυθμιστικούς κανόνες. Από τη στιγμή που οι ρυθμιστικοί κανόνες φύγανε και είπανε: «δεν θέλουμε κανόνες στο εμπόριο και όσο κερδίζεις περισσότερο, τόσο πιο μάγκας είσαι», ο κόσμος των κανονικών ανθρώπων που δεν μπορεί να προστατευτεί, βρίσκεται σε θέση μεγάλης αδυναμίας.  Ενώ υπάρχουν τρόποι να διατηρηθεί ένα δημοκρατικό σύστημα «υγιούς ανταγωνισμού», η έλλειψη κανόνων μπορεί εύκολα να το εκτρέψει σε ένα φασισμό, σε μια δικτατορία. Οι ισχυρότεροι να επικρατήσουν με δόλιους τρόπους δηλαδή. Θα μου πείτε αν ο Καπιταλισμός φροντίζει τον κόσμο είναι Καπιταλισμός; Υπάρχει ο σιβιλισμός (civilism), μια «ευγενική» μορφή Καπιταλισμού με ρυθμιστικούς κανόνες και προστασία των αδυνάμων, κανείς όμως δεν μιλά γι’ αυτόν. Υπάρχει και ο πραγματισμός σαν φιλοσοφία ζωής που δεν κόβει και ράβει με προκρούστειο τρόπο ούτε ψεύδεται αλλάζοντας το νόημα των λέξεων και των ορισμών, αλλά παιδεύεται να ορίσει λειτουργικά τα προβλήματα και να παραχθεί έργο σε ανθρώπινα μέτρα.  Πάντως ο –ισμός που χρειάζεται αυτή τη στιγμή για να προχωρήσουμε δεν είναι σαφής. Δεν είναι συγκεκριμένος. Διάφοροι –ισμοί έχουν καταρρεύσει τα τελευταία χρόνια. Το οικονομικό είναι ένα μόνο ζήτημα που προέκυψε καθώς απογυμνώθηκε ο πολιτισμός από τις υπόλοιπες αξίες του. Η «αλήθεια» για να κατοχυρωθεί ως αλήθεια, σήμερα, υποχρεώνεται να «αριθμοποιηθεί», να περάσει μέσα από τις στατιστικές. Έχει επικρατήσει μια θεοποίηση της ψευδοκουλτούρας των αριθμών που έχουν γίνει η νέα μαγεία. Επειδή κανείς δεν τους καταλαβαίνει πολύ καλά, διευκολύνουν διάφορες απατεωνιές και βάρβαρες εξαπλουστεύσεις. Από τη δική μου σκοπιά ως ψυχιάτρου, βλέπω μια αναλογία με τον ακραίο συμπεριφορισμό των μέσων του εικοστού αιώνα: μια ψευδοεπιστήμη μέτρησης όπου ό,τι δεν μετριέται απλώς αγνοείται.

– Σε τι οδηγεί η τρέχουσα κατάσταση;

Γ.Ζ: Η τρέχουσα κατάσταση έχει οδηγήσει σε ένα κόσμο που διευθύνεται από μεγαλο-managers οι οποίοι ουσιαστικά ζούν εκτός κοινωνίας και παρά το εξωτερικό ραφινάρισμα διαθέτουν χονδροειδή σκέψη και είναι άπληστα εθισμένοι στη λογιστική και στο κέρδος. Επιπλέον, μια πρόσφατη Αγγλική έρευνα έδειξε ότι τα χαρακτηριστικά που διευκολύνουν την κατάκτηση υψηλών θέσεων στον επιχειρηματικό κόσμο, ειδικά στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, περιλαμβάνουν τον ατομισμό, τον ναρκισσισμό , την αδιαφορία για τον άλλον και τον οπορτουνισμό, αυτά που λέμε δηλαδή στα παιδιά μας να μην γίνουν στη ζωή τους. Μέσα από τέτοιες νοοτροπίες φτάσαμε στις εταιρείες στο εξωτερικό που κάνουν ασφαλιστήρια ζωής στους υπαλλήλους τους με όρο ότι εάν πεθάνουν την ασφάλιση την εισπράττει η εταιρεία! Αντίστοιχα, στην Ελλάδα, οι λογικές της περικοπής δαπανών χωρίς σκέψη οδήγησαν στην παγίδα του φθηνότερου υλικού ή της φθηνότερης ιατρικής υπηρεσίας χωρίς να να υπολογίζουμε το κόστος σε σχέση με την ποιότητα. Όταν συμβαίνουν αυτά αντιλαμβάνεσαι, πλέον, ότι αλλιώς μετράει η υπόσταση, η ζωή, το θέμα της υποβαθμισμένης υγείας -που το ζούμε κάθε μέρα αυτή τη στιγμή. Το ξέρετε ότι με τις περικοπές έχουν ξεσπάσει επιδημιές σοβαρών λοιμωδών νόσων στην Ευρώπη που, όχι μόνο βάζουν σε μεγάλο κίνδυνο τη δημόσια Υγεία αλλά μακροπρόθεσμα θα στοιχίσουν πολύ περισσότερο από την παροδική εξοικονόμηση; Ο επιστημονικός Τύπος έχει βουίξει διεθνώς.

Το ένα κομμάτι, λοιπόν, έχει να κάνει με το σύστημα αξιών και πως αυτό το πράγμα διαλύει τους πιο αδύνατους αυτή τη στιγμή. Το δεύτερο είναι ότι η Ελλάδα αποτέλεσε ειδική περίπτωση μέσα σ΄  αυτή την κατάσταση. Μου θύμιζε την αφίσα από τη ζωή του Πι: Δεν φτάνει η καταιγίδα και η τρομερή φάλαινα της ευρωπαϊκής κρίσης που πηδάει από πάνω του, έχει και την πεινασμένη τίγρη της ελληνικής κακοδιαχείρησης μες στη βάρκα. Με τη διπλή απειλή, μέσα κι έξω, καταφέραμε να βρεθούμε σε αυτή τη θέση αδυναμίας. Και να κινδυνεύουμε να τσακιστούμε αυτή τη στιγμή. Τα τελευταία 20 χρόνια δεν χτίσαμε μέλλον! Χτίσαμε το «τώρα» το «αύριο», το «απόψε», το «πού θα πάμε» κτλ. Κλέψαμε το ίδιο μας το σπίτι, το κάναμε αδύναμο. Αφού φτάσαμε σ΄ αυτό το σημείο, από εκεί και πέρα διαμοιράζουμε τα ιμάτιά μας. Δεν μπορείς να περιμένεις σε ένα εξωτερικό σύστημα ακραίου Καπιταλισμού να μην πάρει αυτή την ευκαιρία – το καλύτερο οικόπεδο της Ευρώπης, γή, ακίνητα, φυσικούς πόρους, εταιρείες – να μην το κάνει κομματάκια και να μην το αγοράσει φτηνά.

– Είμαστε όλοι υπεύθυνοι; Όπως λέγεται συχνά; Εσείς το πιστεύετε αυτό;

Γ.Ζ.: Δεν πιστεύω ότι είμαστε όλοι υπεύθυνοι στον ίδιο βαθμό. Αυτή η ιστορία του «όλοι τα φάγαμε» είναι το πιο διχαστικό σχόλιο που έχω ακούσει ποτέ μου γιατί είναι απλώς μια κυνική αποποίηση της ευθύνης. Αν ερχόταν από κάποιον κοινό άνθρωπο θα αποτελούσε μια συνειδητοποίηση, αλλά και πάλι θα ήταν χονδροειδές. Άνθρωποι που βρισκόντουσαν σε θέση εξουσίας δεν φροντίσανε πράγματα ή αδιαφόρησαν, ή διεφθάρησαν ή δεν ήξεραν να τα φροντίσουν. Γιατί νομίζω ότι η άγνοια και το κακό της Παιδείας που γίνεται αυτά τα χρόνια έχει παίξει τον ρόλο του στο πού βρισκόμαστε. Τόσα χρόνια υπερίσχυε ένα σύστημα το οποίο στην πραγματικότητα για να μπορέσει να επιβιώσει απαξίωνε ότι είχε αξία. Αυτό το καινούργιο που ερχόταν σαν υπεραξία το διέλυε. Γιατί; Γιατί έπρεπε να ξέρεις κάποιον, να ανήκεις κάπου, γιατί έπρεπε να υπάρξεις μέσα σε αυτό το σύστημα να δουλέψει με κάποιους τρόπους. Μου είναι απολύτως σαφές ότι πολλοί άνθρωποι, οι περισσότεροι, δεν έχουν κλέψει ή εξαπατήσει, παρά τις προσπάθειες να μπούν όλοι στο ίδιο καζάνι και την αντιμετώπιση του κράτους προς το ελληνικό κοινό σαν είναι όλοι απατεώνες. Βέβαια όλοι σωπάσαμε. Όπως λέει και ο Σεήμους Χήνυ, «αθώοι δεν υπάρχουν θεατές». Όμως για να μιλήσεις πρέπει κάποιος να ακούει και να μπορεί να κάνει κάτι. Και η απογοήτευση ότι κανείς σε θέση εξουσίας δεν ακουει στην Ελλάδα έχει οδηγήσει σε μια παραίτηση και μια αποκαρδίωση ως προς την αλλαγή πολλά χρόνια πριν την κρίση.

Οι Έλληνες τα ξέρουν, οι ξένοι τώρα το ανακάλυψαν και αντιλαμβάνονται ότι δύσκολα θα γίνουν οι αλλαγές. Από την άλλη δεν νομίζω ότι τους ενδιαφέρει και να καταλάβουν. Τους παραξενεύει αλλά, πρωτίστως, τους ενδιαφέρει να πετύχουν τους στόχους τους. Και ενώ βλέπουμε ότι είμαστε σε καταπληκτική θέση  σε σχέση με πριν από 20 – 30 χρόνια, υπάρχουν νέοι που έχουν σπουδάσει έξω, έχουν ειδικές γνώσεις, ειδική ικανότητα, είναι μια χαρά παιδιά και άξιοι επαγγελματίες,  και βρίσκονται τώρα σε μία κατάσταση που δεν  μπορούν να αξιοποιήσουν τίποτα απ’ αυτά γιατί το σύστημα δεν έχει ιδέα πώς να το αξιοποιήσει, μάλιστα προτιμά να τα σπαταλά και να τα εκμεταλλεύεται.

Και εμείς πώς αντιδρούμε, ως άτομα, ως συντεχνιακές ομάδες και ως κράτος; Φωνάζοντας, κατηγορώντας, καταστρέφοντας…. αυτό όμως είναι μια εκτόνωση, δεν είναι μια συντεταγμένη άμυνα απέναντι σ΄ αυτό που γίνεται. Δεν είναι ότι χτίζουμε κάποια πράγματα.  Έχουμε ελπίδα μόνο αν καταφέρουμε να αποκαταστήσουμε τις μεταξύ μας σχέσεις.

Ε.Α: Αναζητάει την ελπίδα. Και μέσα στην απόγνωσή του στρέφεται, πολλές φορές, σε γρήγορες και μαζικές εκτονώσεις. Το κακό είναι ότι αυτή η εντελώς ανθρώπινη αδυναμία, όταν αρχίζει να παίρνει οργανωμένη μορφή και υποδαυλίζεται από ομάδες που κυριαρχούν ασκώντας βία, μπορεί να μετατραπεί σε μια σαρωτική δύναμη καταστροφής. Πρέπει να έχει κανείς πολύ στιβαρό σύστημα αξιών, για να μην παρασυρθεί από τη ροή, όταν νιώθει ότι πατάει σε κινούμενη άμμο.

– Ποια είναι τα όρια της σκέψης και της αντίδρασης; Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε;

Γ.Ζ: Χρειάζεται περισσότερη σκέψη πριν αντιδράσουμε. Η σκέψη δεν νομίζω ότι έχει γίνει όπως πρέπει να γίνει. Ο καθένας μας οφείλει να σκεφτεί και να καταλάβει για τον εαυτό του κάποια πράγματα. Το τι έχει σημασία γι΄ αυτόν. Ποιες είναι οι αξίες του, πώς θα χειριστεί τον εαυτό του, πώς θα χαράξει μια στρατηγική από το σημείο που βρίσκεται. Γιατί ο καθένας μας δεν είναι στο ίδιο σημείο. Πώς θα μπορέσει να προστατευθεί ο καθένας; Πώς μπορεί να συνεισφέρει ο καθένας; Πώς μπορεί να κάνει κάποια πράγματα; Και από αυτό το σημείο να προχωρήσουν πιο γρήγορα οι μορφές κοινοτικής οργάνωσης για να εξυπηρετηθούν οι συλλογικές ανάγκες και να προστατευθούν, παράλληλα, από αυτούς που θα προσπαθήσουν να τις εκμεταλλευθούν για δικούς τους στόχους.

– Όσο αλλάζουν οι συνθήκες αλλάζει και ο ψυχισμός του ανθρώπου. Τείνει να αλλάξει ο χαρακτήρας μας;

Γ.Ζ: Εγώ πιστεύω ότι θα αλλάξουν πολλά. Πιστεύω ότι είμαστε σε σημείο αλλαγής, που τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα δεν ξέρω αν είναι προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. Αλλά ένα είναι σίγουρο: ότι δεν μας παίρνει να μην αλλάξουμε!  Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι χρειάζεται μεταρρύθμιση, το θέμα είναι να μην γίνει πολύ στραβά. Κάτι που, δυστυχώς, ευνοείται πολύ από τη βιασύνη και την προχειρότητα.

Ε.Α: Μετά τον πρώτο ενάμιση χρόνο της κρίσης άρχισε να φαίνεται ότι μπορούσαν να έρθουν στην επιφάνεια και μέσα στον καθένα δημιουργικά γνωρίσματα ή κοινωνικά του γνωρίσματα που δεν ήξερε και ο ίδιος ότι τα διαθέτει. Οργανώθηκαν δομές αλληλεγγύης, μοιράσματος, άλλοι τρόποι συναλλαγής. Ξανάρχισες να βλέπεις ανθρώπους με λιγότερη έπαρση, με μια διάθεση να συνεργαστούν, να φτιάξουν κάτι μαζί. Και προσωπικά είδα ότι μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό αυτή την κρίση την έχω ζήσει και σαν μία αφύπνιση δική μου. Δηλαδή από πρόπερσι έως φέτος κινητοποιήθηκα πάρα πολύ και ζω και πιο ολοκληρωμένα, πιο έντονα. Ξαναβρίσκει κανείς τη γεύση της ζωής, αυτά που έχουν ουσιαστική αξία. Δυστυχώς βέβαια υπό την απειλή ότι μπορεί να τα χάσει.

– Η απώλεια κινεί τους ανθρώπους;

Γ.Ζ: Η απώλεια σε πάει μπροστά… αν μπορέσεις να την ξεπεράσεις. Αυτό είναι και ένα ψυχοθεραπευτικό μήνυμα. Στην πραγματικότητα μιλάμε για έντονο στρες, πάρα πολύ ισχυρό. Αυτό ή θα σε τσακίσει ή θα σε πάει παραπέρα. Και σε προσωπικό και σε κοινωνικό επίπεδο. Το μαζί πάντως βοηθάει. Και οι συγκεκριμένοι στόχοι. Αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι ένα κινούμενο τοπίο, Οι όροι του παιχνιδιού αλλάζουν κάθε εβδομάδα. Δεν μπορείς και να σχεδιάσεις κάτι.

– Τελευταία αποχαιρετώ παλιούς συμφοιτητές και συναδέλφους. Αποφασίζουν να φύγουν για να αναζητήσουν  καλύτερη τύχη στο εξωτερικό. Τι σκέφτεστε για τη φυγή των νέων;

Γ.Ζ: Είμαστε πιο ισχυρά «Μαζί» από άλλους λαούς και λόγω οικογενειακών χαρακτηριστικών και λόγω ιστορίας, γι αυτό και είναι τρομερό που τα παιδιά αναγκάζονται να φύγουν αυτή τη στιγμή. Δεν νομίζω ότι οι μεγαλύτεροι έχουν φροντίσει καλά τους νέους στην Ελλάδα. Δεν νοιαστήκανε για τους επόμενους. Νοιαστήκανε να τους ξεζουμίσουν, να τους εκμεταλλευτούν. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν φροντίσει πολύ καλά τα παιδιά τους αλλά και εκεί η δυνατότητα του καθενός τελειώνει στο μέτρο που το σύστημα δεν του επιτρέπει να του δώσει όλα αυτά που χρειάζεται. Το σύστημα αδιαφόρησε για να αξιοποιήσει τους νέους.

Ε.Α: Η ουσιαστική επαφή μας με τους αγαπημένους μας είναι το πιο σπουδαίο πράγμα.

Θέλω να φωνάξω μια φράση αισιοδοξίας.

Γ.Ζ.: Να προχωράμε και ας φοβόμαστε!

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΣυμφώνησαν και διαφώνησαν …εν ταυτώ !
Επόμενο άρθροΜονόδρομος η ρήξη με τους «χαρτογιακάδες» της Τρόϊκας;
Η Ολυμπιάδα Μαρία Ολυμπίτη γεννήθηκε στην Αθήνα τον πρώτο μήνα του 1979. Μεγάλωσε, όμως, στην Σάμο και στην Πάτμο, ενώ έχει καταγωγή από την Κάλυμνο. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια διαβάζοντας εκατομμύρια σελίδες Λογοτεχνίας, Ποίησης και Επιστήμης στις φυσικές βιβλιοθήκες των νησιών της, με θέα το Ικάριο πέλαγος. Το σχολείο το τελείωσε στην Αθήνα, μαθήτευσε για χρόνια κοντά σε σπουδαίους ζωγράφους, ενώ στο πρώτο έτος της δημοσιογραφίας ανακάλυψε ότι ήταν μάταιο να δίνει εισαγωγικές εξετάσεις στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Ήδη την είχε κερδίσει, η ιστορία της Λογοτεχνίας και το πολυεπίπεδο ρεύμα του Διαφωτισμού και, έτσι, έγινε φοιτήτρια δύο σχολών. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος από το 2000 στη ΝΕΤ, ενώ τα τελευταία 7 χρόνια ήταν αρχισυντάκτρια ενημερωτικών εκπομπών, με ιδιαίτερη αγάπη στις καλειδοσκοπικές συνεντεύξεις, τα ιστορικά αφιερώματα με το σπουδαίο υλικό της ΕΡΤ, τις εκλογές και το «παρά πέρα» μιας είδησης. Συνάντησε πνευματικούς και υπέροχους ανθρώπους, αναμείχθηκε σε βαθιές κουβέντες και ένιωσε τυχερή που έγινε δημοσιογράφος. Έκανε μια εκπαιδευτική βόλτα από τα περιοδικά και το ραδιόφωνο. Έγινε ηρωίδα στα βιβλία του Ευγένιου Τριβιζά και έγραψε συνταγές μαγειρικής για παιδιά. Όταν μεγαλώσει πoλύ θα ήθελε να γίνει συγγραφέας και να μοιράζει τη ζωή της στην Αθήνα και στον παράδεισο της Πάτμου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here