«Παιδί στο Βατοπέδι»‏

1
22

Στο Βατοπέδι φουντάραμε αρόδο. Δηλαδή ανοιχτά απ τη στεριά γιατί τα νερά
ήταν «κρεμαστά» , ήταν ρηχά και θα «μποδίζαμε».  Σαλπάραμε απ’ τη
Σαλονίκη ξεφόρτωτοι για να φορτώσουμε ξύλα στο Όρος και να τα φέρουμε στον
Πειραιά στην Καρβουνόσκαλα. Τα ξύλα τα φορτώνανε στις βάρκες εργάτες απ` την
Αμμουλιανή και μετά με το γερανό, πούχε το καΐκι, τα στοιβάζαμε στ’ αμπάρι
πρώτα, κι όταν γέμιζε κι αυτό, τα κάνανε ντάνες στην κουβέρτα.

Βλέπεις, είν’ αλαφρύ το ξύλο και θέλει τον διπλάσιο όγκο μέχρι η θάλασσα
να γλύψει την ίσαλο γραμμή. Εγώ κατέβαινα με την πρώτη βάρκα κι αμολιόμουνα
στη στεριά -ούτε στα δέκα δεν ήμουνα, πήγαινε να τελειώσει το ’50- ο
Καραμανλής στην εξουσία, γιατί ο πατέρας μου είχε μια φωτογραφία του στην
καμπίνα, δίπλα σ’ ένα ξεθωριασμένο Βενιζέλο που του ‘χε αφήσει κληρονομιά ο
πατέρας ο δικός του.

Σε μια καρέκλα χωμένη στην άμμο καθόταν κάτω από κάτι αρμυρίκια ο κύριος
Λάκης, αντιπρόσωπος του γραφείου; της εταιρίας; Που συνεργαζότανε ο
μπαμπάς. Αυτός το μόνο που έκανε ήταν να μετράει με το μάτι τις βάρκες με
το εμπόρευμα και να τρώει συνεχώς από μια λεκάνη εμαγιέ τα κεράσια με όλα
τους τα κουκούτσια. Άδικα περίμενα να φτύσει έστω κι ένα. Τίποτα, όλα
γκλουπ και κάτω.

Τις βάρκες, βέβαια, δεν τις μέτραγε μόνο ο κύριος Λάκης αλλά και ο Άγιος,
έτσι λέγαμε τον καλόγερο αντιπρόσωπο της Μονής -αν και ο πατέρας μου στο
Άγιος έβαζε και μια περίεργη χροιά σαν ειρωνεία ή και σαν κάτι άλλο που δεν
με είχε συνηθίσει η τραχιά όλο αρμύρα και κατράμι προφορά του πατέρα μου. Ο
Άγιος, λοιπόν, αυτός δεν είχε φαίνεται εμπιστοσύνη στο μάτι του, γι αυτό
κράταγε κι ένα τεφτέρι όπου με ένα κουτσομόλυβο έγραφε αφού ζύγιζε με το
καντάρι το ακριβές βάρος του φορτίου.

Είχε πια γείρει ο ήλιος, άρχισαν οι εργάτες να τα μαζεύουνε, αλλά είχαν
μείνει μερικά ξύλα. Ο Καπετάν-Πατέρας μου για να γλυτώσει το αυριανό
μεροκάματο και να μην κουβαλιέται πρωί πρωί πάλι στη μονή για δυο -τρια
φορτώματα λέει στους εργάτες

– Ρε συ παλικάρια δεν κάνουμε μια λεβεντιά να σας δώσω κάτι παραπάνω να
μην κουβαλιόμαστε ξανα -μανά αύριο;

Εγώ σαν να ντράπηκα λίγο μ’ αυτό που πρότεινε ο πατέρας, αλλά ακούω ξαφνικά
τον Άγιο να ψιθυρίζει μέσα απ’ τα δόντια του, με την ιδιότυπη προφοράτου.

– «Τώρα τσι γάμησες τη μάνα».

Δεν ήταν το ξάφνιασμα μόνο που άκουγα τη φράση αυτή στην Αγιότητα του
Όρους, αλλά και κάτι άλλο που μ’ έκανε να αισθανθώ ένοχος βαρείας
κατηγορίας. Μια έξαψη, μια ηδονή σχεδόν αισχρή κι ανομολόγητη, που άκουγα
το «γάμησες» από χείλια που λες και μόλις είχαν μεταλάβει. Κάτι ανίερο
και καταραμένο με συνετάρασε. Κάτι από μέσα μου σαν λάβα μιαρή ανέβαινε κι
έβαφε κατακκόκινα τα μάγουλα και τη χλωρή ψυχή μου.

Πέρναγαν τα χρόνια κι όποτε έμπαινα σε εκκλησία ή έβλεπα μια εικόνα, μόνη
της η μνήμη έτρεχε κι έβαζε στα χείλια του εικονιζόμενου Αγίου την βλάσφημη
τη φράση. Το όποιο θρησκευτικό μου αίσθημα το λέρωνε αυτό το «τσι γάμησες
τη μάνα».  Κι αυτός ο λεκές άπλωνε με τον καιρό κι έκαιγε σαν ενοχή εν
κρίση. Έλεγα, δεν θα γλιτώσω ποτέ απ όλο αυτό; Δεν θα μου παραγραφεί ποτέ
αυτό το παιδικό αδίκημα;

Μόνη μου παρηγοριά που πριν δέκα μέρες διάβασα πως, επιτέλους, μετά από
δέκα χρόνια διεγράφη ο,τιδήποτε είχε σχέση με το σκάνδαλο του Βατοπεδίου.
Ποιος Εφραίμ και ποιοι υπουργοί υφυπουργοί και καλογέροι. Όλοι αθώοι.
Άντε, λοιπόν, αθώος κι εγώ του παιδικού αμαρτήματός μου. Λύθηκαν τα μάγια.
Θα μπορώ και γω χωρίς καμία ενοχή να πω στον οποιοδήποτε και για οτιδήποτε:
«Τώρα τσι γάμησες τη μάνα» κι αθώος ο κατηγορούμενος.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΜετανάστες: Μετά την Υπατία τι;‏
Επόμενο άρθροΗ δύναμη των πιράνχας ή η σιωπή των αμνών;‏
Είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Eθνικού Θεάτρου.Έκανε την πρώτη εμφάνιση με τον θίασος Γιάννη Φέρτη - Ξένιας Kαλογεροπούλου στον Eπιθεωρητή του Γκόγκολ. Bασικό στέλεχος του «Eλεύθερου Θεάτρου» και αργότερα της «Eλεύθερης Σκηνής» μέχρι το 1986. Ως σκηνοθέτης δούλεψε με τους περισσότερους θιάσους της Aθήνας, ανεβάζοντας σχεδόν όλα τα είδη θεάτρου, από επιθεώρηση, μιούζικαλ, μέχρι Tσέχωφ και Aριστοφάνη. Aπό το 1992 στο θέατρο «Bεάκη» ανεβάζει ελληνικό ρεπερτόριο με έργα που γράφτηκαν από τις αρχές του αιώνα μέχρι σήμερα. Eκτός από τα έργα που έχει σκηνοθετήσει για το «Eλεύθερο Θέατρο» και την «Eλεύθερη Σκηνή», τα περισσότερα επιθεωρήσεις και νεοελληνικά, έχει ανεβάσει: Bρυκόλακες του Ίψεν, Present Laughter του Nόελ Kάουαρντ, Λοκαντιέρα του Γκολντόνι, Ένας μήνας στην εξοχή του Tουργκένιεφ, το Kαθάρσιο του Φεντώ, τη Bεγγέρα του Kαπετανάκη, το μιούζικαλ West Side Story, τον Πλούτο του Aριστοφάνη, τον Iβάνωφ του Tσέχωφ, τα δυο θεατρικά της Ξένιας Kαλο γεροπούλου Oδυσσεβάχ και Eλίζα. Tην προηγούμενη δεκαετία στο «Bεάκη» έπαιξε και σκηνοθέτησε: Δάφνες και Πικροδάφνες του Δημήτρη Kεχαΐδη και της Eλένης Xαβιαρά, Mάνα, μητέρα, μαμά του Γιώργου Διαλεγμένου, Tο φιντανάκι του Παντελή Xορν και τους Mπαμπάδες με ρούμι των Θανάση Παπαθανασίου και Mιχάλη Pέππα. Mε το Eθνικό Θέατρο συνεργάστηκε ανεβάζοντας το πρώτο θεατρικό έργο του Λένου Xρηστίδη Ωραία φάση και το Bίρα τις Άγκυρες των Θανάση Παπαθανασίου και Mιχάλη Pέππα. Aπό το 2000 έως σήμερα στο θέατρο «Δημήτρης Xορν» πρωταγωνίστησε και σκηνοθέτησε έργα των Πάτρικ Mάρμπερ, Tέρενς Pάττιμαν, Θόρντον Oυάιλντερ, Αντώνη Νικολή, Xάρολντ Πίντερ και Άκη Δήμου.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Τελικά , κ. Φασουλή , η ΔΕΥΤΕΡΗ Αναγνωση ( Νόστος) είναι Τέχνη και ΠΑΡΑΓΕΙ Τέχνη.
    Το…φωνάζουν, ο μεν Καβάφης 100 χρόνια τώρα (Ιθάκη), ο δε Όμηρος εδώ και 3.000 χρόνια ( Οδύσσεια).
    Μόνο που το ….Σύστημα ( επιτρέψτε μου να αντιγράψω ) «τσι γά…σε τη μάνα».
    Στο Διαδίκτυο : «το αληθινό νόημα της Καβαφικής Ιθάκης» και «ξαναμεταφράστκε …ποιος Όμηρος;»
    Ευχαριστώ
    Χρυσόστομος Τσιρίδης , φιλόλογος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here