Πλαστογραφήσαμε τις ταυτότητές μας…

1
33

Θέλω να σας μιλήσω για τα νεκρά δένδρα
που πουλούν στους δρόμους για να τα στολίσουμε.
Σαν τους νεκρούς, πριν τους στείλουμε στο χώμα.

Θέλω να σας μιλήσω για το μακρύ ταξίδι της νύχτας μέσα στη μέρα.
Για το σκοτάδι που τροφοδοτεί απλόχερα τις φλέβες και τα όνειρα.
Για το πρόσωπο της παρακμής που αναδεικνύουν.

Θέλω να σας μιλήσω για τα Χριστούγεννα που έκλεψαν
αφήνοντας μόνο την ανάμνηση.

Θέλω να σας μιλήσω για αυτή τη πόλη που τυλίχθηκε στη βρώμικη κουβέρτα της.
Σαν τους άστεγους  που τους καταλαβαίνεις απ’ το άδειο βλέμμα.
Που κοιτούν, αλλά δεν βλέπουν.
Που πονούν, αλλά δεν υπάρχουν.

Θέλω να σας μιλήσω  για την ψευδαίσθηση,
που χάθηκε μέσα σε λίγες ώρες.
Κι είδαμε καθαρά  τη γύμνια των υποσχέσεων, των ιδεών, των οραμάτων.
Της πραμάτειας δηλαδή που αγοράζαμε πανάκριβα εδώ και χρόνια.

Θέλω να σας μιλήσω για τις ρωγμές που ανακαλύψαμε ξαφνικά ένα πρωί
στα σώματα και στα όνειρα.
Για τις αναπηρίες που φάνηκαν, μόλις σπάσανε οι καθρέπτες.
Κι οι προσδοκίες έγιναν, σε μια στιγμή, ανώφελες πολυτέλειες.

Θέλω να σας μιλήσω για την επιβίωση που μου λένε πως θα επικρατήσει.
Γιατί ως φυλή, ως έθνος, ως ιδέα δεν πεθαίνουμε.
Γιατί χρειάζεται, λέει, να ξαναγγενηθούμε.
Σ΄έναν κόσμο αλλόκοτο, που δεν θα καλύπτει πια τα σφάλματά μας.

Συχνά φαντάζομαι πώς όλα θα περάσουν.
Έστω κι αν σαρώσουν τις ταυτότητες που πλαστογραφήσαμε με κόπο.
Γιατί -λένε- έπρεπε να υποψιαστούμε τα βήματα του ληστή.
Τα μάτια του φονιά.
Το χέρι του πλαστογράφου.
Και στο μέλλον ο ιστορικός αναρωτιέται πως ήμασταν τόσο αθώοι.
Τόσο εύπιστοι.
Τόσο ανασφαλείς.
Και θα αγνοεί όπως κάθε ιστορικός, σε κάθε εποχή, τις ανάγκες μας.
Θα προσπερνά την αυταπάτη και την αλαζονεία μας,
που εξατμίστηκαν μέσα σε λίγες ώρες.

Θέλω να σας μιλήσω για τις δικές μου ενοχές και ευθύνες.
Γιατί δεν προέβλεψα. Γιατί δεν  έμαθα. Γιατί δεν έβλεπα.
Γιατί εν τέλει δεν μίλησα.

Μα εγώ επιμένω- κι εσείς θαρρώ- πως  μας διαπαιδαγώγησαν
με αυταπάτες που και οι ίδιοι έτρεφαν.

Και τώρα όχι πως δεν θέλω. Αντίθετα. Εκλιπαρώ να επιστρέψω
στην ασφάλεια της ανασφάλειας μου. Και δεν μπορώ.
Γιατί, αν, όπως λέει ο ποιητής , ανάπηρη ζωή πάλι μου τάζουν;

Σ΄αυτή την αίθουσα αναμονής χρόνια τώρα.
Περιμένω  να με δεχθεί η ζωή. Να της μιλήσω.
Ψάχνω το χώρο και τα περιθώρια.
Μα δεν αντέχει η λογική.
Προσφεύγω στην ελπίδα:
Σαν τον κατάδικο που κάνει την τελευταία του αίτηση, για μια χάρη που  ξέρει. Δεν θα του δοθεί. Μα ελπίζει.

Περιμένω  το Μέγα Δικαστή: Το χρόνο.
Να βάλει φωτιά. Να κάνει στάχτη και το τελευταίο φτιασίδι.
Που μέσα του, μου έμαθαν,  να κρύβω τη ψυχή μου.

Τότε και μόνο τότε. Θα σας μιλήσω για τα Χριστούγεννα,
που θα κάψουν τις μέρες τους και θα γεννήσουν
τα δικά μας όνειρα.

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here