Πληρώσαμε ακριβά τους «πεφωτισμένους» – Ζητείται ορθός λόγος

6
53

Το τελευταίο διάστημα η κοινωνία βρίσκεται σε αναταραχή, σχεδόν σε πανικό. Η οικονομική κρίση (όχι μόνο στο εσωτερικό) έχει δημιουργήσει συνθήκες αναβρασμού, αβεβαιότητας και φόβου. Οι προφορικές και γραπτές αναφορές και αποτυπώσεις απόψεων διακρίνονται πολλές φορές από ένταση, έλλειψη ψυχραιμίας και νηφαλιότητας. Η αμφισβήτηση για τα πάντα κυριαρχεί και, δυστυχώς, συχνά διατυπώνονται απόλυτες απόψεις και βγαίνουν λανθασμένα συμπεράσματα (θετικά ή αρνητικά) με βάση ατεκμηρίωτες γενικεύσεις. Οι κραυγές σκεπάζουν τις χαμηλόφωνες φωνές και πολλές φορές δεν έχει σημασία τι λέγεται αλλά από ποιον λέγεται (όχι ότι κι’ αυτό είναι άνευ σημασίας).

Όμως, ιδιαίτερα τώρα, που η κρίση και η παρακμή είναι μεγάλη, (σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής) και η αμφισβήτηση αγγίζει τα πάντα, ακόμα και τους πυλώνες της κοινωνίας (Πολιτικό σύστημα, Παιδεία/Εκπαίδευση, Θρησκεία), απαιτείται ο ορθός λόγος, δηλαδή ο λόγος που με τεκμηριωμένα επιχειρήματα (όχι κραυγές και συνθήματα) θα προσπαθήσει να πείσει υπέρ της μιας άποψης ή της άλλης. Απαιτείται ο σεβασμός της άλλης άποψης και όχι η συκοφάντηση και ακύρωσή της με ατεκμηρίωτη ενοχοποίηση της και με βάση μη αποδεικνυόμενες γενικεύσεις και λαϊκισμούς. Μπορείς να απορρίψεις μια άποψη αναλύοντας την και τεκμηριώνοντας ορθολογικά την αντίθεσή σου, κάνοντας εξ αρχής γνωστά τις αναφορές και τα κριτήρια σου (ιδεολογικά, οικονομικά κλπ.).

Για παράδειγμα, τώρα που πολύς λόγος γίνεται για το νέο θεσμικό πλαίσιο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, ακούγονται και γράφονται γενικόλογες, ατεκμηρίωτες, απόλυτες και αφοριστικές απόψεις και εκτιμήσεις  του τύπου  «…οι διεφθαρμένοι και ανεπαρκείς Πανεπιστημιακοί έχουν καταστρέψει τα Πανεπιστήμια και πρέπει να δεχθούν χωρίς αντίρρηση το νέο νόμο» ή «…το διεφθαρμένο υπουργείο Παιδείας καταστρέφει την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση με το νέο νόμο».

Δεν είναι, λοιπόν, λογικό, αλλά κυρίως χρήσιμο, να υπάρχει μια συστηματική και σοβαρή ανάλυση (αν πρόκειται για τόσο σοβαρό θέμα, όπως ο νέος νόμος, ανάλυση για κάθε άρθρο του), ώστε με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (πχ. αυτοδιοίκηση, κοινωνική λογοδοσία, ποιότητα σπουδών, εξωστρέφεια, χρηματοδότηση) -που, βεβαίως, η προσέγγιση τους ποικίλλει από αναλυτή σε αναλυτή (πχ. ανάλογα με την ιδεολογική του αφετηρία, τη συγκεκριμένη γνώση και εμπειρία του επί του θέματος κλπ.)- να τεκμηριώνεται η αξιολόγηση του νόμου αυτού και, άρα, η αποδοχή ή η απόρριψη μέρους ή όλου του;

Ως ένα τέτοιο παράδειγμα τεκμηριωμένου λόγου για τον νέο νόμο θεωρώ τα άρθρα των Αλιβιζάτου και Μανιτάκη στην «Καθημερινή» (Πανεπιστήμια: Ας κατεβάσουμε λίγο τους τόνους) και Τσουκαλά στο «ΒΗΜΑ» (Τα αδιέξοδα της μεταρρύθμισης), τα οποία προσεγγίζουν το θέμα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, καταλήγουν σε διαφορετικές εκτιμήσεις, αλλά με σοβαρότητα και  νηφαλιότητα προσφέρουν ουσιαστικά στον σχετικό διάλογο.

Τι εξυπηρετούν οι ατεκμηρίωτες γενικόλογες αναφορές, οι κραυγές και οι έξαλλες τοποθετήσεις και, μάλιστα, επί παντός επιστητού; Εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων (προσωπικών, συλλογικών), εντυπωσιασμό, ανούσια δημοσιότητα (που ενθαρρύνουν σκόπιμα πολλά ΜΜΕ), έλλειψη ουσιαστικής γνώσης των πραγμάτων;

Τι χρειάζεται σήμερα η κοινωνία που στενάζει, αμφισβητεί, φοβάται, ζητά μια διέξοδο, επιζητεί λύσεις που ίσως κάποιοι άλλοι τις έχουν βρει ήδη. (Πρέπει να) περιμένει ν’ ακούσει προτάσεις επεξεργασμένες και τεκμηριωμένες που θα πείθουν για την ορθότητα και αποτελεσματικότητά τους. Κουράστηκε από τα συνθήματα και τον λαϊκισμό. Λυπάμαι που θα το αναφέρω ως ένα άλλο παράδειγμα, αλλά η παρακολούθηση του καναλιού της Βουλής πολλές φορές προκαλεί μεγάλη θλίψη και απογοήτευση.

Απαιτείται, λοιπόν, ουσιαστική συζήτηση και διάλογος με βάση τον ορθό λόγο, όπου θα υπάρχει “αυτός” που μιλά και “αυτός” που ακούει. Παρ’ ότι αυτό είναι αυτονόητο, δυστυχώς παραμένει πολλές φορές ζητούμενο, δηλαδή αυτός που “μιλά” αδιαφορεί για το αν ακούγεται και αυτός που “ακούει” αδιαφορεί γι’ αυτά που λέγονται. Δεν είναι, δε, λίγες οι φορές όπου η “δύναμη” αντικαθιστά τον λόγο, δηλαδή επιδιώκεται να επιβληθεί μια άποψη όχι με επιχειρήματα αλλά με φυσική ή άλλης μορφής βία, που καταργεί ουσιαστικά τη δημοκρατική λειτουργία, π.χ. δεν θα φύγετε αν δεν δεχθείτε την άποψη μου(μας), γιατί εγώ(εμείς) γνωρίζω(ουμε) την αλήθεια και έχω(ουμε) τη δύναμη να την επιβάλλουμε.

Αυτή, όμως, η πραγματικά δημοκρατική λειτουργία διαλόγου δε μπορεί παρά να βασίζεται στη διάθεση των διαλεγομένων να δεχθούν την ορθότητα των επιχειρημάτων της “άλλης” πλευράς, εφ’ όσον τα επιχειρήματα αυτά είναι τεκμηριωμένα και ουσιαστικά. Η πεποίθηση “εγώ έχω δίκιο ό,τι και να πει ο άλλος” δεν μπορεί να έχει θέση σήμερα στη δημόσια συζήτηση.

Η κοινωνία πλήρωσε ακριβά τους “καθαρούς” και “πεφωτισμένους” όλων των αποχρώσεων. Επιτέλους, ας θυμηθούμε το “εν οίδα ότι ουδέν οίδα”, ας μη φοβόμαστε να ακούσουμε τους άλλους, ας είμαστε έτοιμοι να παραδεχθούμε τα λάθη μας και ας είμαστε αρκετά γενναίοι να δεχθούμε τον ορθό λόγο.

* Ο Σταύρος Κουμπιάς είναι καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών και πρώην Πρύτανης.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΜια οριακή στιγμή στην Τέχνη και την Οικονομία
Επόμενο άρθροΤρεις νεκροί δίπλα μου. Γιατι;‏
Ο Σταύρος Α. Κουμπιάς γεννήθηκε στη Χίο το 1953. Αποφοίτησε από το 1ο Γυμνάσιο Αρρένων Χίου το 1971 και είναι διπλωματούχος (1976) του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος (1982) από το ίδιο Tμήμα. Σήμερα είναι Καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών, είχε, δε, εκλεγεί ως Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών για το διάστημα 2006-2010. Ο κ. Κουμπιάς έχει πολυετή ακαδημαϊκή και ερευνητική εμπειρία. Από το 1976 έως σήμερα, έχει υπηρετήσει σταδιακά στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών σε θέσεις ερευνητή και μέλους ΔΕΠ. Στα διαστήματα Σεπτ.2001-Αύγ.2003 και Σεπτ.2005-Αύγ.2007 έχει υπηρετήσει ως Αναπληρωτής Πρόεδρος του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας Υπολογιστών. Επίσης, κατά το διάστημα 1984-1990 έχει υπηρετήσει στο ΤΕΙ Πάτρας ως Καθηγητής. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2001-2003 ήταν ο Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Κέντρου Λειτουργίας Δικτύων του Πανεπιστημίου Πατρών που υποστηρίζει περίπου 25.000 χρήστες. Τα κύρια επιστημονικά του ενδιαφέροντα ευρίσκονται στις περιοχές των ενσωματωμένων (κατανεμημένων) συστημάτων πραγματικού χρόνου, επικοινωνιακών πρωτοκόλλων, προηγμένων ενσύρματων και ασύρματων βιομηχανικών δικτυακών συστημάτων, κατανεμημένων ασύρματων δικτύων αισθητήρων, πρωτοκόλλων δρομολόγησης, τεχνικών διαχείρισης ισχύος για ασύρματους δικτυακούς κόμβους, προηγμένων βιομηχανικών δικτυακών δομών για εφαρμογές C2Β/Β2Β (χρήση οντολογιών, web-services, βιομηχανικών GRID), προηγμένων διαλειτουργουσών βιομηχανικών δικτυακών δομών, διαλειτουργούντων ετερογενών δικτυακών συστημάτων, προηγμένων δικτυακών συστημάτων αυτοματοποίησης κτιριακών διαδικασιών και βιομηχανικών συστημάτων μηχανικής όρασης με υπολογιστή. Έχει δημοσιεύσει πάνω από 150 επιστημονικές εργασίες σε έγκριτα διεθνή και ελληνικά περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων, είναι συγγραφέας ενός βιβλίου και έχει συμμετάσχει στην συγγραφή και μετάφραση άλλων, ενώ παράλληλα έχει επιμεληθεί την έκδοση αριθμού διδακτικών σημειώσεων. Το ερευνητικό του έργο έχει αναγνωρισθεί διεθνώς, όπως προκύπτει από τις σχετικές αναφορές σε αυτό. Έχει συμμετάσχει ως επιστημονικός υπεύθυνος ή μέλος ερευνητικών ομάδων σε μεγάλα Ελληνικά και Ευρωπαϊκά προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης, καθώς και σε ευρωπαϊκά προγράμματα εκπαιδευτικών ανταλλαγών. Το διάστημα 2008-2010 ήταν μέλος της ΙΕΕΕ Industrial Electronics Society (2008-2010).

6 ΣΧΟΛΙΑ

  1. κ. Κουμπιά
    Είναι δύσκολο να διαφωνήσει κάποιος με όσα διατυπώνετε.
    Ο διάλογος είναι αναμφίβολα μια ανακαία συνθήκη για την φαινομενικά ή ουσιαστικά ορθολογική ή ορθή επίλυση των προβλημάτων. Είναι όμως και ικανή ;
    Εξάλου όπως γνωρίζετε από την φύση της επιστήμης που θεραπεύετε λύσεις μπορεί να υπάρχουν πολλές, βέλτιστη όμως είναι μόνο μία.
    Είναι δυνατή η επιτευξή της βέλτιστης λύσης, ιδιαίτερα κάτω από ένα καθεστώς βεβιασμένης ισορροπίας ;
    Φιλικά
    http://kosmaspavlidis.blogspot.com

  2. Προσωπικά, κάθε φορά που παρακολουθώ αυτούς τους οργισμένους «διαλόγους», με τους αφορισμούς και τις γενικεύσεις εκατέρωθεν, σκέφτομαι δύο πράγματα:

    1) Ότι κάποιος που δε δύναται να (ή επιλέγει συνειδητά να μην) χρησιμοποιεί τις βασικές μεθόδους της λογικής σκέψης (πχ συνεπαγωγή, εις άτοπον απαγωγή, επαγωγή κτλ), προφανώς δεν είναι κατάλληλος να καταπιαστεί με το θέμα της παιδείας.

    2) Ότι τελικά πιο πολύ από τους πολιτικούς, τους θεωρητικάριους ακαδημαϊκούς ή τους όποιους άλλους, ίσως πιο πολύ από όλα, για ένα γόνιμο διάλογο μας χρειάζεται ένας μαθηματικός. Κάποιος δηλαδή, που να δύναται να εξετάζει, με αμιγώς λογικό τρόπο, την ορθότητα ή τη μη ορθότητα ενός συλλογισμού, τη «στερεότητα» ή μη ενός συμπεράσματος, βάσει μιας αρχικής υπόθεσης. Ίσως έτσι να ξεδιαλύνονταν πιο γρήγορα τα πράγματα.

  3. Δε διαφωνούμε. Όταν λέω ότι μας χρειάζεται «ένας μαθηματικός», δεν εννοώ ότι μας χρειάζονται κι άλλοι τεχνοκράτες! Ούτε βέβαια θα ήθελα να δω στις καρέκλες πολιτικών καλούς επιστήμονες, αλλά με απουσία ανθρωπιάς και συναίσθησης της κοινωνίας όπου ζουν.

    Αυτό που ήθελα να πω, με πιο απλά λόγια, είναι ότι κάθε που βλέπω στα τηλεπαράθυρα κορώνες του τύπου «Μα σας λέω, ο γάιδαρος πετάει! Τι εννοείτε πρέπει να το αποδείξω; Το είπα ΑΡΑ ΠΕΤΑΕΙ! Και όποιος δεν το καταλαβαίνει είναι απλώς αντιδραστικός!» (ελπίζω να καταλαβαίνετε σε τι αναφέρομαι…), θα ήθελα να υπάρχει ένας «διαιτητής» που να μπορεί να πει, «όχι φίλε μου, ΠΡΕΠΕΙ να αποδεικνύεις αυτά που λες, ΠΡΕΠΕΙ να επιχειρηματολογείς – και η επιχειρηματολογία σου πρέπει να υπόκειται και αυτή σε κριτική, αλλιώς τίποτα από αυτά που λες δεν έχει βαρύτητα, όσο δυνατά και να το φωνάξεις, όσο κι αν χαϊδεύεις αυτιά, όσο κι αν προσπαθείς να συγκινήσεις, όσα μεγάλα λόγια κι αν προσπαθείς να πεις».

    Ίσως και λόγω του αντικειμένου των σπουδών μου, η αλήθεια είναι ότι θαυμάζω τη μαθηματική γλώσσα, ακριβώς γιατί στα μαθηματικά τίποτα δε λέγεται «στον αέρα», όλα πρέπει να αποδεικνύονται, τίποτα δε μπορεί να «σταθεί» με το έτσι θέλω. Ταυτόχρονα, στα μαθηματικά πολύ συχνά ένα πρόβλημα έχει παραπάνω από έναν τρόπους επίλυσης και ο κάθε τρόπος γίνεται αποδεκτός, αρκεί να είναι λογικά ορθός. Δεν υπάρχει το «καλή η λύση σου, αλλά επειδή την προτείνεις ΕΣΥ δεν τη δέχομαι». Αν είναι σωστή, ΠΡΕΠΕΙ να τη δεχτείς. (Φυσικά κάποιες λύσεις είναι πιο συμφέρουσες, πιο αποδοτικές σε σχέση με άλλες, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.) Αυτές οι πολύ απλές αρχές των μαθηματικών πολύ συχνά απουσιάζουν από το δημόσιο διάλογο, κακώς κατά την άποψή μου – γι’ αυτό στο μυαλό μου, μου έρχεται συχνά η εικόνα ενός μαθηματικού να παίζει το ρόλο του «διαιτητή» που περιέγραψα παραπάνω. Αυτό είναι όλο.

    Μιας και με ρωτήσατε, στα μαθηματικά η επαγωγή και η συνεπαγωγή είναι εντελώς διαφορετικά πράγματα:
    – Η συνεπαγωγή, είναι αυτό που στη φυσική γλώσσα λέμε «άρα». Ας πούμε, 2+Χ=5 => Χ=3 (Το => είναι η συνεπαγωγή.)
    – Η επαγωγή, είναι μια συλλογιστική γραμμή, σύμφωνα με την οποία: Για να αποδείξω ότι μια υπόθεση ισχύει για ένα σύνολο αντικειμένων (τα οποία υποτίθεται είναι διατεταγμένα με κάποιο τρόπο, είναι σε μια «σειρά» και όχι πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως εριμμένοι), αρκεί να αποδείξω:
    α. Ότι η υπόθεσή μου ισχύει για το πρώτο κατά σειρά αντικείμενο.
    β. Ότι, αν η υπόθεσή μου ισχύει για ένα οποιοδήποτε αντικείμενο του συνόλου, τότε θα ισχύει και για το επόμενο κατά σειρά αντικείμενο.

    Υ.Γ. Για την ιστορία, είμαι «κυρία», όχι «κύριος». Έχει πλάκα το πώς το ανθρώπινο μυαλό (και το δικό μου, φυσικά) δείχνει μια «προτίμηση» στο αντρικό φύλο, απουσία στοιχείων πραγματικού ονόματος. 🙂

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here