Ρατσισμός: Καλώς τον τιμωρούμε. Μήπως πρέπει και να τον ορίσουμε;

4
94

Μεγάλη συζήτηση γίνεται τις μέρες αυτές και πάλι για τον αντιρατσιστικό νόμο. Δηλώνω ευθύς εξαρχής (προς αποφυγή παρερμηνείας των προθέσεών μου) ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου είναι αναγκαία, τόσο για λόγους αμιγώς ηθικούς, όσο και για λόγους συμβατότητας με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Αν όμως κάποιος θέλει να εξετάσει το θέμα του ρατσισμού δίχως το φίλτρο μιας (απόλυτα κατανοητής) ηθικολογίας, θα πρέπει να αναρωτηθεί αν αυτή τούτη η έννοια βάσει της οποίας στοιχειοθετείται μια αξιόποινη πράξη, είναι καλώς και πλήρως καθορισμένη. Με άλλα λόγια, ίσως ο ρατσισμός θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικότερα από καθαρά εννοιολογική άποψη, προτού η Δικαιοσύνη εκδώσει αδιάτρητες και μη αμφισβητήσιμες ετυμηγορίες για πράξεις, υποτίθεται, ρατσιστικές.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απλά και μόνο μια απόπειρα εννοιολογικής προσέγγισης στον ρατσισμό. Μια προσπάθεια εύρεσης, δηλαδή, ενός κοινά αποδεκτού εννοιολογικού πλαισίου – πέραν αυτού που μας υποδεικνύουν τα λεξικά – βάσει του οποίου θα μπορούσε κάποιος να κρίνει, κατά το δυνατόν αντικειμενικά, αν μια δοσμένη συμπεριφορά είναι ή όχι ρατσιστική.

Συμπαγής και οικουμενικά αποδεκτός ορισμός της έννοιας του ρατσισμού δεν υφίσταται. Η έννοια ορίζεται συνήθως με τρόπο που να καλύπτει συγκεκριμένες συμπεριφορές διαχωρισμού με βάση, π.χ., φυλετικά, εθνικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά, κλπ., χαρακτηριστικά. Αυτός ο εννοιολογικός κατακερματισμός είναι μεν χρήσιμος για τις ανάγκες κατηγοριοποίησης του προβλήματος, αφήνει όμως μια αίσθηση ανολοκλήρωτου σε όσους επιζητούν την ένταξη ενός συνόλου συμπεριφορών σε ένα ενιαίο πλαίσιο. Σε παλιότερο άρθρο μας, με την απόλυτη επίγνωση ότι εκφράζουμε προσωπικές και όχι κατ’ ανάγκη επαρκώς γενικές ή οικουμενικά αποδεκτές θέσεις, προτείναμε τον ακόλουθο ορισμό:

Ρατσισμός είναι κάθε ιδεολογία ή πρακτική που στοχεύει στον επιλεκτικό διαχωρισμό σε βάρος μιας ομάδας ανθρώπων, μελών μιας κοινωνίας, με βάση ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών τα οποία τα μέλη της ομάδας φέρουν ακούσια και τα οποία, αντικειμενικά, δεν επηρεάζουν την δυνατότητα συμμετοχής των μελών της ομάδας στις θεμελιώδεις λειτουργίες της κοινωνίας. (Ως «θεμελιώδεις λειτουργίες» εννοούμε το σύνολο των δράσεων που απαιτούνται για την αυτοσυντήρηση της κοινωνίας και την πρόοδό της στην κατεύθυνση των κοινά αποδεκτών στόχων της.)

Επισημαίνουμε τρεις βασικές προϋποθέσεις που θέτει ο ορισμός:

1. Ο διαχωρισμός θέτει την ομάδα σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία. Είναι, δηλαδή, αρνητικός.

2. Τα χαρακτηριστικά λόγω των οποίων η ομάδα υφίσταται διάκριση δεν είναι αποτέλεσμα εκούσιας επιλογής των μελών της (είναι μη-επιλεγμένα).

3. Τα εν λόγω χαρακτηριστικά δεν αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες για την ύπαρξη και την εν γένει λειτουργία της κοινωνίας.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα εφαρμογής του ορισμού:

1. Οι διώξεις των Ναζί κατά των Εβραίων ήταν ρατσιστικές, αφού βασίζονταν σε ένα μη-επιλεγμένο φυλετικό χαρακτηριστικό το οποίο με κανέναν αντικειμενικό τρόπο δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την ομαλή συμμετοχή των διωκόμενων στην οικονομική, πνευματική, πολιτική, κλπ., ζωή της Γερμανίας.

2. Ο αποκλεισμός ενός παίκτη με ύψος 1.60 μ. από μια ομάδα μπάσκετ δεν είναι ρατσιστικός. Μπορεί μεν το ύψος να είναι μια μη-επιλεγμένη ιδιότητα, επηρεάζει, εν τούτοις, τη δυνατότητα του παίκτη να συμβάλει θετικά στη λειτουργία της ομάδας.

3. Ο αποκλεισμός ατόμων από εργασιακές θέσεις ή δημόσια αξιώματα λόγω του φύλου τους ή των γενετήσιων ιδιαιτεροτήτων τους – εφόσον, εννοείται, η άσκησή τους δεν παραβιάζει αυτονόητους νόμους κάθε πολιτισμένης κοινωνίας – είναι ρατσιστικός. Ειδικά, μια ρατσιστική διάκριση με βάση το φύλο περιγράφεται με τον όρο «σεξισμός».

4. Κάποιοι φανατικοί καπνιστές αρέσκονται να χαρακτηρίζουν τον αποκλεισμό της συνήθειάς τους από δημόσιους χώρους ως «ρατσιστικό». Με βάση τον ορισμό που δώσαμε, αυτό είναι ανακριβές, για δύο λόγους: Πρώτον, το κάπνισμα αποτελεί μια επιλεγμένη συμπεριφορά. Δεύτερον, η συμπεριφορά αυτή είναι εν δυνάμει επιβλαβής ακόμα και γι’ αυτούς που, χωρίς να την επιλέγουν, την υφίστανται από τον διπλανό τους. Έτσι, η άσκηση της συνήθειας του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους καθιστά τον καπνιστή εξ ορισμού «αντικοινωνικό» στοιχείο και δικαιολογεί τον περιορισμό των ελευθεριών του.

Ένα πεδίο έντονης ιδεολογικής συζήτησης αφορά την σύγχρονη αντίληψη του ρατσισμού ως διάκριση στη βάση πολιτισμικών, μάλλον, παρά φυλετικών δεδομένων. Είναι ρατσιστική η απροθυμία μιας κοινωνίας να δεχθεί στους κόλπους της μετανάστες προερχόμενους από χώρες με διαφορετικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά;

Καταρχήν, κάθε μετανάστης φέρει αναπόφευκτα τα ιδιαίτερα στοιχεία του πολιτισμού μέσα στον οποίο «ζυμώθηκε» η προσωπικότητά του από την αρχή της ζωής του. Ως εκ τούτου, τέτοιες ιδιότητες δεν μπορούν να θεωρούνται εκούσια επιλεγμένες. Από την άλλη, η ένταξή του σε μια νέα κοινωνία προϋποθέτει έναν βαθμό προσαρμογής σε ένα σύνολο θεσμών, μερικοί εκ των οποίων ενδέχεται να μην είναι συμβατοί με τις πολιτισμικές του καταβολές. Για παράδειγμα, σε κάποιες κοινωνίες μπορεί να είναι ανεκτή έως και θεμιτή η αυτοδικία για λόγους τιμής, κάτι που σε άλλες κοινωνίες είναι ανεπίτρεπτο. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον ο μετανάστης είναι πρόθυμος να αναθεωρήσει μέρος των αυτονόητων, γι’ αυτόν, πολιτισμικών δεδομένων, προσαρμόζοντάς τα στο θεσμικό πλαίσιο της νέας του πατρίδας. Και η προσαρμογή αυτή είναι θέμα επιλογής!

Συμπερασματικά, το αν η αρνητική στάση μιας κοινωνίας απέναντι στη μετανάστευση αποτελεί ή όχι ρατσιστική συμπεριφορά, εξαρτάται τόσο από την προσαρμοστικότητα των ίδιων των μεταναστών στο βαθμό που απαιτεί η συμβατότητα με τους θεσμούς της κοινωνίας, όσο και από το αίσθημα δικαιοσύνης της κοινωνίας στην αξιολόγηση αυτής της προσπάθειας. Η απουσία ενός τέτοιου αισθήματος, ως αποτέλεσμα βαθιά ριζωμένης προκατάληψης, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ρατσιστική.

Τα παραπάνω παραδείγματα αντιπροσωπεύουν βασικούς άξονες προβληματισμού σε κάθε αντιρατσιστικό νόμο. Αναρωτιέται, όμως, κανείς αν εξαντλούν ολόκληρο το φάσμα των συμπεριφορών που επιδέχονται τον χαρακτηρισμό του ρατσιστικού – με βάση, τουλάχιστον, τον γενικό ορισμό που προτείναμε. Αφήνω στην κρίση του αναγνώστη το κατά πόσον οι ακόλουθες περιπτώσεις αποτελούν de facto εκδηλώσεις ρατσισμού και, άρα, θα πρέπει να προβλέπονται από τον συντάκτη ενός αντιρατσιστικού νόμου:

1. Η απαξιωτική (συχνά χλευαστική) στάση απέναντι σε αυτούς που η Φύση δεν όριζε να περιλαμβάνονται στους «ευειδείς», σύμφωνα με τα αισθητικά κριτήρια μιας κοινωνίας…

2. Η – ακόμα χυδαιότερη – όμοια συμπεριφορά απέναντι στα άτομα με «ειδικές ανάγκες»…

3. Η σχεδόν γελοιογραφική απεικόνιση της γυναίκας που τολμά να διεκδικήσει μια θέση σε παραδοσιακά ανδροκρατούμενα στεγανά…

4. Ο σνομπισμός των «διανοούμενων» προς εκείνους που η ζωή τούς ανάγκασε να σκέφτονται απλά…

5. Η «καταδίκη» σε θάνατο του αδύναμου, μοναχικού ηλικιωμένου από τον ρωμαλέο ληστή που θεωρεί ότι η σωματική διάπλαση και το νεανικό σφρίγος τού παρέχουν δικαίωμα ζωής ή θανάτου πάνω στους συνανθρώπους του…

6. Ο σεξουαλικός βιασμός, μια από τις απεχθέστερες εκφάνσεις «ανθρώπινης» διαστροφής και αποκτήνωσης…

Κλείνω με μία παρατήρηση πάνω στην ποινικοποίηση της άρνησης (δεν αναφέρομαι στον εγκωμιασμό) εγκλημάτων γενοκτονίας. Η σχεδόν υποχόνδρια αυτή ιδέα αντιπροσωπεύει γερμανική, κυρίως, πατέντα εξιλέωσης και απόσβεσης ενοχών για το φρικτό Ολοκαύτωμα των έξι και πλέον εκατομμυρίων. Δεν κατανοώ, όμως, τι σκοπιμότητες εξυπηρετεί όσον αφορά την ελληνική κοινωνία. Μια κοινωνία που βίωσε ως το μεδούλι της τη ναζιστική θηριωδία και έφτασε να ζήσει ακόμα και τη φρίκη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης! (Το αν ανέπτυξε τα τελευταία χρόνια κάποια ξενοφοβικά αισθήματα – και, ας μη συγχέουμε εδώ την ξενοφοβία με τον ρατσισμό – οφείλεται κυρίως στη συμπεριφορά εκείνων που δεν σεβάστηκαν τη φιλοξενία που ο τόπος αυτός τους πρόσφερε…)

Το να εγκωμιάζει, λοιπόν, κάποιος μαζικά εγκλήματα, ασφαλώς και συνιστά αξιόποινη πράξη, αφού προτρέπει (έμμεσα, έστω) στην επανάληψή τους. Το να αρνείται, όμως, απλά και μόνο την ιστορικά αυταπόδεικτη αλήθεια της τέλεσής τους, δεν θα πρέπει να τον καθιστά αντικείμενο ευθύνης της Δικαιοσύνης σε μια δημοκρατική κοινωνία με κατοχυρωμένη την ελευθερία του λόγου. Μάλλον ως ιδιάζουσα κλινική περίπτωση ψυχιάτρου θα ήταν σωστότερο να αντιμετωπίζεται!

Video

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Στα πολλά και σωστά που αναφέρετε για τον ορθό ορισμό του ρατσισμού, προσθέτω και το εξής παράδοξο, αλλά όχι και ανεξήγητο.

    Αν προσβάλω έστω και ένα μετανάστη, είμαι ρατσιστής.
    Αν προσβάλω έστω και έναν αλλοδαπό, είμαι ξενόφοβος.
    Αν προσβάλω έστω και μία γυναίκα, είμαι σεξιστής.
    Αν προσβάλω έστω και έναν ομοφυλόφιλο, είμαι ομοφοβικός.
    Αν προσβάλω έστω και έναν Εβραίο, είμαι αντισιωνιστής.
    Αν προσβάλω έστω και έναν μουσουλμάνο, είμαι ορθόδοξος φονταμενταλιστής.
    Αν προσβάλω έστω και έναν προοδευτικό ή δημοκράτη, είμαι φασίστας.
    Αν προσβάλω τον πρόεδρο της δημοκρατίας, δε σέβομαι τους θεσμούς.
    Αν προσβάλω τον δικαστή, δε σέβομαι τους νόμους.
    Αν προσβάλω τον βουλευτή, δε σέβομαι τον κοινοβουλευτισμό.

    Αν όμως οποιοσδήποτε, Έλληνας ή ξένος, προσβάλλει συλλήβδην τον ελληνικό λαό, το ελληνικό έθνος, τη πατρίδα, τη θρησκεία, τη σημαία, την ελληνική γλώσσα, τα ήθη, έθιμα και παραδόσεις, ΔΕΝ ΤΡΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ.

    ΥΓ. Με την ψήφιση του αντιρατσιστικού νόμου ο πρώτος που θα πρέπει να συλληφθεί είναι
    ο pangalos. Γιατί η δήλωση «μαζί τα φάγαμε», εκτός από φασιστική, όπως κάθε γενίκευση
    και θεωρεία περί ομαδικής ευθύνης, είναι προδήλως και ρατσιστική.

  2. Δυστυχώς Δάσκαλε το θέμα ορισμού του ρατσισμού ειναι πολύ περίπλοκο
    Η ανάλυση σου είναι όντως ορθή πλην όμως το όλο θέμα εμπεριέχει τόσες πολλές παραμέτρους συμπεριφορών που ως νομικός πιστεύω ότι θα μπούμε σε πόλεμο ερμηνειών για πάρα πολλά χρόνια.
    Εγω θα προτείνω η όποια ερμηνεία περί ρατσισμού να αρχίσει απο την πράξη (εξωτερίκευση βούλησης) και όχι από γραπτή σκέψη ή λόγο. ‘Αλλωστε το δικαιικό μας σύστημα δεν τιμωρεί σκέψεις και λόγο εκτός για τον τελευταίο αν συνιστά εξύβριση.

    …»Το να εγκωμιάζει, λοιπόν, κάποιος μαζικά εγκλήματα, ασφαλώς και συνιστά αξιόποινη πράξη, αφού προτρέπει (έμμεσα, έστω) στην επανάληψή τους. Το να αρνείται, όμως, απλά και μόνο την ιστορικά αυταπόδεικτη αλήθεια της τέλεσής τους, δεν θα πρέπει να τον καθιστά αντικείμενο ευθύνης της Δικαιοσύνης σε μια δημοκρατική κοινωνία με κατοχυρωμένη την ελευθερία του λόγου. «…

    Μόνο απο αυτή την παράγραφο γεννάται ο φαυλος κύκλος των ερμηνειών ή παρερμηνειών.

    Αν κάποιος δηλαδή εγκωμιάσει την Γαλλική Επανάσταση ή την 1η Μαιου ή το Πολυτεχνείο έχει διαπράξει έγκλημα? Φυσικά όχι. Ούτε φυσικά προκύπτει ότι εγκωμιάζοντας μια κατάσταση προτρέπεις ταυτόχρονα καποιους σε μια παρόμοια.
    Αν όμως ο λόγος ή η σκέψη γίνει πράξη το πράγμα αλλάζει. Τότε έχουμε καθαρή εξωτερίκευση βούλησης διάπραξης ρατσιστικού εγκλήματος είτε με λόγο π.χ «Βάλτε άμεσα φωτιά σε μετανάστες» που έχει μεγάλη διαφορά αν κάποιος έλεγε π.χ » Ε εντάξει το ότι κάηκαν κάποιοι μετανάστες ήταν αναγκαίο κακό» που απλά με όσο μυαλό διαθέτει εκφράζει μια μόνο αντικειμενικά λάθος υποκειμενική θέση του και άλλο να γίνεται ηθικός αυτουργός προκαλώντας τρίτον να διπράξει κάποιο έγκλημα.

    Αλλο πράδειγμα. Το ν’ αποκαλέσεις κάποιον βλάκα ή χονδρό. Είναι ρατσιστικό; Σίγουρα όχι. Μπορεί να είναι επιθετικός προσδιορισμός ή από το ύφος των συμφραζομένων να αποτελεί απλή εξύβριση αν με το προσδιορισμό αυτό προσπαθείς με δόλο να μειώσεις την τιμή και υπόληψη του.

    Τρίτο παράδειγμα: Εμείς ως λαός δεχόμαστε μια ανηλεή οικονομική επίθεση από τους Γερμανούς την οποία έχουμε φτάσει να την θεωρούμε ρατσιστική αφού εφαρμόζεται μόνο σε λαούς του Νότου για να μην πώ μόνο σε Ελληνες. Αν ρωτήσεις όμως τους ίδιους τους Γερμανούς δεν πιστεύουν ότι η συμπεριφορά αυτή εμπεριέχει ρατσισμό. Αν ρωτήσεις τους Φιλανδούς (τυχαίο) μπορεί να σου πουν «ναί είναι σκληρό πλην όμως αναγκαίο». Τελικά είναι ρατσισμός ή όχι;

    Θεωρώ ότι δύσκολα θα επιτύχουμε (ακόμα και εμείς οι νομικοί) έναν ουσιαστικό ορισμό του ρατσισμού αν δεν διαχωρίσουμε την σκέψη (η οποία μπορέι να εκφραστεί γραπτώς) και τον λόγο (προφορικότητα) από την πράξη.

    Κάνοντας μια απλή προσπάθεια ορισμού ρατσιστικής συμπεριφοράς θα θεωρούσα αυτήν κάθε ΔΟΛΙΑ -συμπεριλαμβανομένης και της ηθικής αυτουργίας- πράξη (εξωτερική συμπεριφορά) αποδοκιμαζόμενη από το κοινό περί δικαίου αίσθημα (χρονικός προσδιορισμός της πράξης σε σχέση με το πως λειτουργεί και αντιλαμβάνεται η εκάστοτε κοινωνία την συγκεκριμένη χρονική στιγμή) στρεφομένη κατά οποιουδήποτε, ο οποίος τυχόν φέρει ενα ή περισσότερα συγκεκριμένα χαρακτηριστικα, με στόχο τον περιορισμό ή την απώλεια των Συνταγματικών του δικαιωμάτων ή τον κοινωνικό, οικονομικό. πολιτικό αποκλεισμό του ή και την περιθωριοποίηση του.

    Εύχομαι κλείνοντας το παρόν σχόλιο να προσέφερα τουλάχιστον μια αρχή σκέψης για το πως θα μπορούσαμε να ερμηνεύουμε τον ρατσισμό και φυσικά να εξελίξουμε περισσότερο τον ορισμό αυτού.

    Υ.Γ Συνεχίζω με ικανοποίηση διαβάζω τα άρθρα σου γιατι πάντα, δινουν τροφή για σκέψη και προβληματισμό..

  3. Θυμάμαι την πρώτη μας κόντρα. Αφορούσε την εκλεπτυσμένη δράση των γηγενών ρατσιστών. Σε είχα βάλει, αν θυμάσαι, σε ένα άρθρο, με τρόπο αλληγορικό και άκρως χιουμοριστικό, στη θέση ενός θύματος τους, που αναγκάζομαι να το πω, μετά τα γεγονότα που ζήσαμε πρόσφατα, ήταν και κατά κάποιο τρόπο προφητικό, σήμερα με εκπλήσσεις όμορφα, δυστυχώς όμως φοβάμαι αυτό που τελικά θα φέρουν και θα ψηφίσουν θα απέχει πολύ από τις ενδιαφέρουσες σκέψεις και απόψεις σου. Έτσι είναι οι πολιτικοί και η πολιτική.

  4. Κ. Παπαχρήστου σας ευχαριστώ. Μου αρέσει που επί τέλους διάβασα ένα άρθρο χωρίς συναισθηματική φόρτιση και αοριστολογίες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here