Στα γήπεδα η φιλία αναστενάζει …

0
36

Κολλητοί. Τι κολλητοί. Αυτοκόλλητοι. Με τον Σπύρο γνωριστήκαμε τις μέρες του Πολυτεχνείου. Μέσα αυτός, έξω εγώ. Τότε, που νομίζαμε πως έπρεπε «να σπρώξουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα». Τότε που «μες την υπόγεια την ταβέρνα, μες σε καπνούς και σε βρισιές», κολλούσαμε αφίσες για το (υπερ) τιμημένο ΚΚΕ. Νιάτα και όνειρα, που τα φέραμε από δω τα φέραμε από εκεί, ήρθε ο Ολι Ρεν και μας κατσικώθηκε στο κεφάλι, με όλη τη παρέα του.

Στα χρόνια που πέρασαν, που τον έχανες που τον έβρισκες, στη Θεσσαλονίκη. Θα έχει καμιά γκόμενα, λέγαμε. Αργότερα μάθαμε ότι την γκόμενα τη λέγανε ΠΑΟΚ!

– «Δεν του το χα», είπα στην Ελένη τη γυναίκα του.

«Γιατί; του το χα εγώ, που μας παρατάει Σαββατοκύριακα και τρέχει να ανταμώσει τον Βρύζα;», μου είπε.

Μια Δευτέρα ( θα τανε η Μεγάλη;) ανακοίνωσα στον Σπύρο τα μαντάτα. Θα γράψω στο ΦΩΣ. Mου τηλεφώνησε ο Νικολαίδης. Πώς μπλιαβιάζει τώρα ο Απόστολος Γκλέτσος στα χαρακώματα; Έτσι έγινε και ο Σπύρος. Στο ΦΩΣ; Κάλλιο το χω, να σε δω αγκαλιά με τον Κύρκο, παρά αυτό. Τα χρόνια πέρασαν, εγώ έγραφα στο ΦΩΣ και παράλληλα γινόμουν και πολύ Ολυμπιακός. Πάρα πολύ, όμως.

– «Καλά δεν σέβεσαι τίποτα;» με ρώτησε ένα βράδυ ο Σπύρος, ύστερα από έναν αγώνα όπου ο ΠΑΟΚ είχε φάει μια αξιοπρεπή τεσσάρα από τον Θρύλο.

– «Εγώ; Εγώ τα έβαλα τα γκολ; Ο Κοβάσεβιτς, σου το έκλεισε το σπίτι».

–   «Kάνε κράττει», μου είπε η Ελένη την άλλη μέρα. Ο κολλητός σου δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ.

Τί το Πολυτεχνείο θυμήθηκε, τί κάτι συγκεντρώσεις στο Πεδίο του Άρεως, τί, τι…

– «Μα να καταλήξει Ολυμπιακός;» μου είπε, και αναστέναξε σαν να είχε φάει λαγό στιφάδο, τα μεσάνυχτα.

Η μοιραία συνάντησή μας έγινε στο γήπεδο. Τυχαία. Ολυμπιακός- ΠΑΟΚ. Δυο καθίσματα πιο κει. Με κοίταξε, όπως κοιτάει η Καρέζη τον Παπαγιανόπουλο στη «Λόλα». Τον κοίταξα, όπως ο Ντάστιν Χόφμαν, τη Μέριλ Στριπ στο «Κράμερ εναντίον Κράμερ».

–  «Kαλέ αυτός δεν είναι ο φίλος σου ο Σπύρος;» μου είπε ένας δικός μου – αμερόληπτος φίλαθλος- που φορούσε τη φανέλα του Καρεμπέ, κράταγε μια σημαία κατακόκκινη και είχε περασμένα τρία κασκόλ στο λαιμό του.

– «Σκάσε», του είπα. «Μην πεις κουβέντα. Κάνε ότι δεν βλέπεις».

Στο πρώτο φάλτσο σφύριγμα του διαιτητή, η εξέδρα βρίζει τη Θεσσαλονίκη, τον ΠΑΟΚ, την μητέρα του διαιτητή και όλο τον Βαρδάρη. Ο Σπύρος αμίλητος. Εγώ στη θέση μου ακούνητη. – «Φάουλ ρε χαμένε, φάουλ, δεν το βλέπεις, πουλημένε τσάτσε. Πέναλτι ρε, πέναλτι την Θεσσαλονίκη σου μέσα. Ερχόσαστε μέσα στο ναό και μας κουνιέστε αδελφές, ε αδελφές».
Το ημίχρονο λήγει 0-0. Μια καρέκλα αδειάζει και ο Σπύρος έρχεται δίπλα μου.

– «Πως από δω;» του λέω.

–  «Hρθα να δω πως γ….. η Θεσσαλονίκη», μου λέει στο αυτί. Τα νεύρα μου τσατάλια.

– «Σκάσε. Μια φωνή να βγάλω, θα σε κόψουνε φέτες. Βούλωστο μη βρεθείς στα απολεσθέντα- αζήτητα, νούμερο- ε, νούμερο».

Ο αγώνας ξεκινάει. Ευτυχώς χάλια. Ο Θρύλος εδώ πατάει εκεί βρίσκεται.

– «Eτοιμάσου να κλάψεις», μου λέει ο Σπύρος. στο αυτί.

– «Αν είσαι άνδρας ρε πες το δυνατά», του λέω. Δυο κοκόρια στον ίδιο κοτέτσι. Και ξαφνικά έρχεται ο όλεθρος. Ένα σουτ άπιαστο, σπαρταράει τα δίχτυα, την καρδιά μου. Το γήπεδο παίρνει φωτιά.

– «Eτσι γ….ο Πειραιάς»!

– «Εσύ για δεν πανηγυρίζεις ρε;», ρωτάει ο φίλος μου, που έχει ανέβει στα κάγκελα, στην πλάτη μου, στο κεφάλι του από κάτω του και ουρλιάζει, από ηδονή.

– «Δεν είναι εκδηλωτικός», λέω εγώ να σώσω την κατάσταση.

– «Ρε μήπως είσαι ΠΑΟΚτζής;», πετάγεται ένας άλλος.

– «Όχι ρε παιδιά τι λέτε. Δικός μας είναι, αλλά είναι κρυωμένος, δεν βγαίνει η φωνή».

Τον αγκαλιάζω . Η εξέδρα ηρεμεί. Ρε είναι με αυτή που γράφει στο ΦΩΣ, λένε κάποιοι. 89 και κάτι. Να τελειώσει σκέφτομαι, Παναγία μου, να φύγουμε ζωντανοί. Φάουλ μες τη μικρή μας περιοχή. Η μπάλα φεύγει ξυράφι από τα πόδια του Γκαρσία και μπαίνει στα δίχτυα. Κοιτάζω τον Σπύρο όπως κοιτάει η Λέχου τον Μάινα, στο «Νησί», όταν του λέει ότι έχει την αρρώστια. Ευτυχώς μένει ψύχραιμος. Συμφωνεί και με τον διπλανό του.

– «Ρε τους μ…., τελευταίο λεπτό. κράτα τη μπάλα ρε κράτα τη, που πας και κάνεις φάουλ».

– «Ηρέμησε», μου λέει. «Τη φιλία μας, δεν θα τη χαλάσει ένας αγώνας. Πέρνα το βράδυ από το σπίτι έχουμε καρμπονάρα, που σου αρέσει. Α, και άναψε και ένα κερί στον Γκαρσία τον παιχταρά»…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here