STOP στην πολιτική των Μνημονίων πριν υπάρξει και πολιτειακή κρίση

0
36

Η εμπλοκή μεταξύ Δ.Ν.Τ. και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για το ζήτημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, η οποία καθυστερεί την καταβολή των συμφωνημένων δόσεων δανείων προς τη χώρα μας, δεν είναι λεπτομερειακό ή συγκυριακό ζήτημα. Έστω και αν ξεπερασθεί προσωρινά, με τη χρήση μεθόδων «δημιουργικής λογιστικής», η διαφωνία των δανειστών αποτελεί απόρροια του γεγονότος ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο, διότι όλη η στρατηγική των «Μνημονίων» ήταν εξαρχής ουτοπική. Η ουσία του προβλήματος είναι ότι οι δανειστές μας ζητούν, με σχεδόν υστερικό τρόπο, μια δημοσιονομική προσαρμογή τεραστίων διαστάσεων μέσα σε χρόνο εντελώς ανεπαρκή.

Τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, πριν από μερικές ημέρες, για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2012 είναι αποκαλυπτικά. Το πρωτογενές (πριν από τοκοχρεωλύσια) έλλειμμα έχει περιορισθεί στο δεκάμηνο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου στα 1.176 εκατ. ευρώ, από τα οποία μάλιστα τα 370 εκατομμύρια είναι προμήθεια για την εκταμίευση δανείων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό «Σταθερότητας» (EFSF) , δηλαδή στην πραγματικότητα πανωτόκια που θα έπρεπε να αρνηθούμε να τα καταβάλουμε.

Συνεπώς, το ελληνικό δημόσιο έχει επιτύχει, μέσω των αλλεπάλληλων μέτρων επιβολής νέων φόρων και δημοσιονομικών περικοπών, σχεδόν να μηδενίσει την παραγωγή νέων χρεών , διανύοντας τεράστια απόσταση από το 2009, όταν το πρωτογενές έλλειμμα είχε βρεθεί στο 10 % του ΑΕΠ, ή περίπου 25 δισ ευρώ.
Ο μηδενισμός σχεδόν του πρωτογενούς ελλείμματος έχει επιτευχθεί, όμως, με «παράπλευρη απώλεια» το 20% και πλέον του ΑΕΠ και με την αύξηση της ανεργίας σε περισσότερο από 25% του εργατικού δυναμικού . Όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία (π.χ. της Γερμανίας την εποχή της Βαϊμάρης κ.ά. ) μια τέτοια οικονομική κατάρρευση προκαλεί, συνήθως, αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού και πολιτειακές (όχι απλώς πολιτικές) ανατροπές.

Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η συνέχιση της υφεσιακής πολιτικής του Μνημονίου είναι περιττή και επικίνδυνη. Η περαιτέρω δημοσιονομική προσαρμογή δεν θα έπρεπε να επιδιωχθεί με νέες μειώσεις μισθών και συντάξεων και αυξήσεις φόρων, όπως προβλέπει το νέο «Μεσοπρόθεσμο» (ν. 4093/2012), αλλά με την αποτελεσματικότερη πίεση προς τους οφειλέτες του δημοσίου να καταβάλλουν έστω κι ένα μέρος των ληξιπρόθεσμων χρεών προς αυτό. Σημειωτέον ότι το ύψος των τελευταίων ανέρχεται, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, σε 52 δις ευρώ (από 42 στο τέλος του 2011).

Επίσης, προς την ίδια κατεύθυνση μπορεί να συμβάλει μια πιο ενεργητική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής . Εφόσον εφαρμόζονταν αυτά, το ελληνικό κράτος θα κάλυπτε εξ ολοκλήρου τις πρωτογενείς του δαπάνες (μισθούς, συντάξεις, κ.λπ.) και θα έπρεπε να του δοθεί από τους δανειστές μια χρονική ανάσα (μορατόριουμ) δύο ή τριών ετών πριν αρχίσει να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα.
Αυτά θα έπρεπε να συνδυασθούν με μείωση του συνολικού ύψους του χρέους με διάφορους τρόπους (π.χ. παραίτηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τα κέρδη της από τα ελληνικά ομόλογα, ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών απευθείας από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς χωρίς επιβάρυνση του δημόσιου χρέους, ανάκτηση ομολόγων στη δευτερογενή αγορά σε τιμές πολύ χαμηλότερες της ονομαστικής αξίας κ.ά.), ώστε οι αγορές να πεισθούν ότι το ελληνικό πρόβλημα θα επιλυθεί.

Μόνο έτσι θα μπορούσε να ανακοπεί η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και να επανέλθει αυτή σε αναπτυξιακή τροχιά. Διαφορετικά η ελληνική ωρολογιακή βόμβα θα εκραγεί αργά ή γρήγορα, με ανυπολόγιστες συνέπειες όχι μόνο για τη χώρα μας, αλλά και για ολόκληρη την Ευρωζώνη, αφού είναι προφανές ότι μια «άτακτη» ελληνική χρεοκοπία θα επιβάρυνε δραματικά την πιστοληπτική ικανότητα όλων των υπόλοιπων κρατών-μελών, που μας έχουν δανείσει ήδη με πολλές δεκάδες δισ ευρώ.

Η διεκδίκηση μιας συνολικής και ρεαλιστικής λύσης θα προϋπέθετε, όμως, την ενεργό συμμετοχή και τη σθεναρή στάση της ελληνικής κυβέρνησης έναντι των δανειστών. Αντίθετα, αυτή σήμερα παρακολουθεί από διακριτική απόσταση τα τεκταινόμενα μεταξύ Δ.Ν.Τ. και κρατών της Ευρωζώνης, ως το ζήτημα να αφορούσε κάποια τρίτη χώρα, και περιορίζεται να εκφράζει το στερητικό της σύνδρομο για την περιβόητη δόση. Χρειαζόμαστε άλλη πολιτική, εδώ και τώρα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΓίνεται, φίλε μου, να τα βάλεις με το θάνατο;
Επόμενο άρθροΟ mister Google Maps και το εκπληκτικό project για το Facebook
Ο Κώστας Χρυσόγονος είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο τμήμα Νομικής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω. Γεννήθηκε στις Σέρρες το 1961, σπούδασε στη Νομική του ΑΠΘ και πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Αννόβερου Γερμανίας. Ηταν μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής (1993-1995), μέλος του ΕΣΡ (1994-1997), σύμβουλος σπουδών Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης (1994-1997), μέλος ΔΣ ΕΤΒΑ (1999-2001). Από το 2003 είναι τακτικός Καθηγητής στο ΑΠΘ και Αντιπρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου. Βιβλία: Verfassungsgerichsbarkeit und Gesetzgebung, 1987. Ο αντισυνταγματικός νόμος και η δημόσια διοίκηση, 1989. Η απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας, 1993. Εκλογικό σύστημα και Σύνταγμα, 1996. Ατομικά και Κοινωνικά δικαιώματα, 1998 (β´ έκδοση 2002, γ´ έκδ. 2006). Μια βεβαιωτική αναθεώρηση, 2000. Η ενσωμάτωση της ΕΣΔΑ στην εθνική έννομη τάξη, 2001. Συνταγματικό Δίκαιο, 2003. Το πρόβλημα της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, 2006. Η ιδιωτική δημοκρατία, 2009.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here