Τελικά, είναι ο Γκουαρντιόλα ο καλύτερος στον κόσμο;

0
109

Η Μάντσεστερ Σίτυ αποκλείστηκε με δυο ήττες από την Λίβερπουλ στα προημιτελικά του Τσάμπιονς λιγκ, μολονότι στο πρωτάθλημα Αγγλίας η διαφορά πόντων από την αντίπαλό της είναι τεράστια. Μεταξύ των δυο αυτών παιγνιδιών με τους Κόκκινους η Σίτυ, αγωνίστηκε και με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ την οποία ήθελε να κερδίσει για να κατακτήσει και τυπικά το πρωτάθλημα: προηγήθηκε με 2-0, αλλά όσοι είχαν γράψει ήδη τα κείμενα για τον φοβιτσιάρη και αμυντικοπαθή και ξεπερασμένο Μουρίνιο, που σε ένα ακόμα ντέρμπι διασύρθηκε, υποχρεώθηκαν να τα φάνε γιατί στο β ημίχρονο η Γιουνάιτεντ γύρισε το ματς και κέρδισε με 3-2. Κάπως έτσι έχασε η Σίτυ και το δεύτερο ματς με την Λίβερπουλ: προηγήθηκε, της στέρησε ο διαιτητής με μια λάθος απόφαση το 2-0, αλλά στη συνέχεια δέχτηκε ένα γκολ και κατέρρευσε.

Παρόλα αυτά ο Πεπ Γκουαρντιόλα ανανέωσε το συμβόλαιο του στην ομάδα και η Σίτυ ανακοίνωσε ότι θα του παρέχει τη δυνατότητα να ξοδέψει κι άλλα πολλά χρήματα για να φτιάξει την ομάδα που θέλει. Κι ας μην έχει καταφέρει να κερδίσει το Τσάμπιονς λιγκ με καμία άλλη ομάδα πλην της διαστημικής Μπαρτσελόνα του Μέσι.

Η ένταση είναι το μυστικό

Αν θες να μιλάς για ποδόσφαιρο η καλύτερη ευκαιρία είναι πάντα οι ομάδες του Γκουαρντιόλα, όχι γιατί κερδίζουν, αλλά γιατί ό,τι τους συμβαίνει είναι εξαιρετικά εξηγήσιμο: ακόμα και οι αποτυχίες τους. Νομίζω ότι ο Γκουαρντιόλα και η δουλειά του έχουν βοηθήσει αρκετό κόσμο να καταλάβει ότι το πιο σημαντικό πράγμα στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι η ένταση με την οποία μια ομάδα αγωνίζεται. Δεν είναι το μυστικό πιά, ούτε οι διατάξεις, ούτε οι μαγικές αλλαγές, ούτε η ψυχολογία: το ζήτημα είναι τι βενζίνη υπάρχει στο ρεζερβουάρ.

Η εφετινή Σίτυ είναι μια κανονική ομάδα του Γκουαρντιόλα ακόμα κι αν δεν αγωνίζεται με ψευτοφόρ ή δεν έχει τον Τσάβι και τον Ινιέστα: το ποδόσφαιρο που παίζει είναι το ποδόσφαιρο που αγαπάει ο προπονητής της. Είναι μια ομάδα που τρέχει πολύ, κρατάει πολύ τη μπάλα, πιέζει, αμύνεται ψηλά, χτίζει επιθέσεις, δεν πανικοβάλλεται αν βρεθεί πίσω στο σκορ κι όλα αυτά τα κάνει παίζοντας στα κόκκινα. Ο,τι βλέπεις στο γήπεδο είναι αποτέλεσμα δουλειάς στην προπόνηση: καλούς παίκτες έχουν όλοι. Ακριβώς επειδή η Σίτυ είναι ομάδα του Πεπ η τύχη της εξαρτάται πάντα από την ίδια: όταν τρέχει κερδίζει, όταν κατεβάζει ταχύτητα μπορεί να αποκλειστεί κι από την Γουίγκαν στο κύπελλο.

Ημιτελικοί για κλάματα

Το ότι οι ομάδες του Πεπ σβήνουν προς το τέλος της χρονιάς μου είχε καρφωθεί στο μυαλό από τον καιρό που η Μπαρτσελόνα του μεσουρανούσε: είχα γράψει το 2013 ότι όλοι σχεδόν οι ημιτελικοί του Τσάμπιονς λιγκ που είχε δώσει επί των ημερών του η Μπάρτσα ήταν προβληματικά ματς. Τα όσα συνέβησαν στην συνέχεια στην Μπάγερν και στην Σίτυ απλά δικαιολόγησαν αυτή την παρατήρηση. Η Μπαρτσελόνα το 2009 απέκλεισε στους ημιτελικούς την Τσέλσι χάρη στην εξωφρενική διαιτησία εκείνου του απίθανου Ομπρεμπό. Το 2010 αποκλείστηκε από την Ιντερ. Το 2012 την απέκλεισε η Τσέλσι στο Καμπ Νου. Η Μπάγερν του Γκουαρντιόλα στους ημιτελικούς έζησε εφιάλτες. Το 2014 έχασε 0-4 από τη Ρεάλ στο Μόναχο. Το 2015 μολονότι αγωνίστηκε με τρία στόπερ, δεν γλύτωσε το βαρύ 3-0 από την Μπαρτσελόνα. Το 2016 ήταν το σούπερ φαβορί κόντρα στην Ατλέτικο: δεν τα κατάφερε ούτε τότε. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η ομάδα του Πεπ έφτασε στα ραντεβού άδεια από ενέργεια, έχοντας τρέξει πολύ και έχοντας κάνει καταπληκτικά πράγματα τους πρώτους μήνες: μόνο το 2011 ομάδα του έπαιξε δυο καλούς ημιτελικούς, αλλά αντίπαλος της Μπάρτσα ήταν η Ρεαλ και το κίνητρο έκανε τη διαφορά.

Εβδομάδα των Παθών

Με τη Σίτυ ο Πεπ μετρά δυο αποκλεισμούς στα προημιτελικά του Τσάμπιονς λιγκ – αυτή τη φορά δεν έφτασε ούτε στα ημιτελικά. Γιατί; Γιατί το ξόδεμα ενέργειας που χρειάζεται για να παίξεις στο αγγλικό πρωτάθλημα (πόσο μάλλον για να κυριαρχήσεις σε αυτό…) είναι μεγαλύτερο από αυτό που απαιτείται στο ισπανικό ή στο γερμανικό πρωτάθλημα: είναι πάντα ευκολότερο να προπονείς την Μπάρτσα ή την Μπάγερν από το να φτιάξεις μια Σίτυ, που σπέρνει τον πανικό στην Πρέμιερ λιγκ.

Το άδειασμα του ρεζερβουάρ ήρθε γρηγορότερα και γιατί στη συγκεκριμένη φάση της σεζόν δεν υπάρχει δυνατότητα προπόνησης. Οι ομάδες του Πεπ γεννιούνται στο προπονητικό κέντρο: εκεί ο παίκτης δουλεύει χύνοντας τόνους ιδρώτα για να μπορεί την Κυριακή να κάνει τη διαφορά. Όμως τη δεδομένη στιγμή δυνατότητα προπόνησης δεν υπάρχει: δείτε την εβδομάδα των παθών του και θα το καταλάβετε. Τετάρτη η Σίτυ αγωνίστηκε με την Λίβερπουλ, Πέμπτη η ομάδα είχε ρεπό. Την Παρασκευή κάνει μια χαλαρή προπόνηση γιατί το Σάββατο παίζει το ντέρμπι. Την Κυριακή έχει πάλι ρεπό, τη Δευτέρα χαλαρή προπόνηση και την Τρίτη ματς με την Λίβερπουλ. Ολη αυτή την εβδομάδα ο προπονητής, δηλαδή ο τύπος που παίρνει το μαστίγιο για να τσιτώσει τους παίκτες ενόψει του καθοριστικού ματς, δεν υπάρχει. Μιλάει, βλέπει τους παίκτες να κάνουν ζέσταμα ή να παίζουν ένα διπλό, διαλέγει τους πιο φορμαρισμένους ή τους πιο κατάλληλους, αλλά δεν προπονεί. Και επειδή ο Γκουαρντιόλα δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να κάνει τη δουλειά που ξέρει, η Σίτυ, που είναι και κουρασμένη, καταρρέει. Όπως παλιότερα η Μπάρτσα και η Μπάγερν σε συνθήκες ανάλογες.

Αν βρει ένα Μέσι

Η κόπωση που δημιουργούν τα συνεχόμενα ματς μεγάλης έντασης θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερο rotation. Όμως οι ομάδες του Γκουαρντιόλα βασίζονται στους συγχρονισμούς, στους αυτοματισμούς και στις συνεργασίες κι αυτά έρχονται μόνο όταν οι παίκτες παίζουν μαζί. Αν όλοι έρχονται από τις Ακαδημίες της Μπάρτσα κάποια πράγματα είναι ευκολότερα, αν τους έχεις μαζέψει από δέκα διαφορετικές χώρες είναι πιο δύσκολο. Το καταφέρνεις αν είσαι μεγάλος προπονητής και ο Πεπ αυτό είναι: για μένα είναι ο καλύτερος στον κόσμο όταν προπονεί, δηλαδή όταν μπορεί και δουλεύει. Αλλά κανείς  δεν είναι θαυματοποιός και στο ποδόσφαιρο δεν υπάρχει συνταγή που να την εφαρμόζεις και να κερδίζεις τα πάντα: όταν κάποιοι παίζουν πολύ κι ασταμάτητα, το παιγνίδι μπορεί να είναι αρμονικό και παραγωγικό, όμως η κόπωση πληρώνεται. Εβλεπα τον Ντε Μπρόιν με τη Λίβερπουλ. Αυτό το καθαρόαιμο έπαιζε μόνο όταν έπαιρνε τη μπάλα στα πόδια. Τρεις μήνες πριν τον Μίλνερ θα τον έκανε κουτό: τώρα ο Μίλνερ τον έκανε να υποφέρει.

Το ενδιαφέρον της ιστορίας είναι ότι ο Γκουαρντιόλα δυο φορές που αγωνίστηκε σε τελικούς με τη Μπάρτσα σήκωσε κούπες. Κάποιος θα πει ότι τη διαφορά και τις δυο φορές σε εκείνα τα ματς με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, την έκανε η κλάση του Μέσι και είναι σωστό. Όμως μέτρησε σίγουρα και ότι ο Πεπ είχε χρόνο να προετοιμάσει εκείνους τους τελικούς, ενώ στα διπλά ματς των ημιτελικών και των προημιτελικών, που γίνονται σε μια εβδομάδα, χρόνος δεν υπάρχει και δεν αγοράζεται.

Κάποιος θα ρωτήσει γιατί δεν αλλάζει μέθοδο: η απάντηση είναι ότι αυτή ξέρει κι αυτή εμπιστεύεται.Στην Σίτυ του ανανέωσαν το συμβόλαιο γιατί εκτιμούν την δουλειά του. Αν κάνει μια ομάδα με είκοσι δύο βασικούς παίκτες, ίσως κάποια στιγμή ξανακερδίσει το Τσάμπιονς λιγκ. Ενα Μέσι δύσκολα θα ξαναβρεί για να το πάρει παίζοντας μόνο με έντεκα.

Τελικά, είναι ο Γκουαρντιόλα ο καλύτερος;

Πηγή: karpetshow.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΤουρκία: Νέο κύμα συλλήψεων – Εντάλματα για 70 αξιωματικούς
Επόμενο άρθροΠατέρας έγινε ο Χουλτ
O Αντώνης Καρπετόπουλος γεννήθηκε στο Βόλο τον Αύγουστο του 1969. Σπούδασε νομικά και δημοσιογραφία στη Ρώμη. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ, του ΠΣΑΤ και της Ενωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου. Απο το 1991 έχει δουλέψει σε πλήθος αθλητικών και πολιτικών εφημερίδων. Έχει συνεργαστεί με ραδιοφωνικούς σταθμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και με περιοδικά και ιστοσελίδες. Εχει εργαστεί, επίσης, στην κρατική τηλεόραση και έχει υπάρξει παρουσιαστής εκπομπών για τα κανάλια Μega και Αlpha. Σήμερα είναι μέρος του δημοσιογραφικού επιτελείου της Nova και είναι αρθρογράφος στις εφημερίδες "Καθημερινή" και SportDay. Δεν είναι παντρεμένος και δεν έχει παιδιά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here