ΘΕΑΤΕΣ

0
27

Του Μάριου Ποντίκα. Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου. Σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανολοπούλου. Μουσική-ηχητικός σχεδιασμός: Σταύρος Γασπαράτος. Παίζουν: Νικόλας Παπαγιάννης, Στεφανία Γουλιώτη, Νίκος Ψαρράς, Άλκηστις Πουλοπούλου.

Μια παράσταση σπαραχτική και επίκαιρη, ένα έργο καθρέφτης της νεοελληνικής απάθειας και τέσσερις εξαιρετικοί ηθοποιοί που σε κάνουν να μην θέλεις να πάρεις τα μάτια σου από τη σκηνή. Αυτοί «Οι Θεατές» αξίζουν την προσοχή σας.

Σε δυο δωμάτια κάποιου άθλιου ξενοδοχείου των αρχών της δεκαετίας της 50 παίζονται, σχεδόν ταυτόχρονα, μια άγρια τραγωδία και ένα κωμικό μελόδραμα: μια  γυναίκα δολοφονεί τον ανάπηρο -θύμα του εμφυλίου- σύζυγό της και αυτοκτονεί, ενώ ο ηδονοβλεψίας ένοικος του διπλανού δωματίου παρακολουθεί τα πάντα από μια τρύπα στον τοίχο αυνανιζόμενος και στην συνέχεια τα διηγείται στην ερωμένη του, μια παντρεμένη νοσοκόμα.

Οι «Θεατές» του τίτλου είναι το δεύτερο ζευγάρι- αν και, στην πραγματικότητα, «οι θεατές» είμαστε εμείς οι ίδιοι: ηδονοβλεψίες ξένων δραμάτων, τηλεθεατές της σαπουνόπερας των διπλανών, «αμέτοχοι και εκ του μακρόθεν» όπως ακούγεται κάποια στιγμή.

Το 1978 που ο Μάριος Ποντίκας έγραψε αυτό το έργο, οι πληγές- ή έστω οι μνήμες- του Εμφυλίου ήταν ακόμη νωπές και οι περισσότεροι πρωταγωνιστές του εν ζωή. Έτσι οι λέξεις «ταγματασφαλίτης», «Μακρόνησος», «Γράμμος», «δήλωση μετανοίας» είχαν ένα ιδιαίτερο φορτίο και κανείς (ούτε από την μία ούτε από την άλλη πλευρά) δεν μπορούσε να τις προφέρει χωρίς κάποιο πόνο.

Σήμερα που όλα αυτά δεν είναι παρά σελίδες μιας Ιστορίας που ελάχιστοι διαβάζουν οι ίδιες λέξεις ακούγονται μόνο σε κάτι παλιομοδίτικα έργα σαν τους «Θεατές».

Ναι, είναι παλιομοδίτικο αυτό το έργο. Και με την αρνητική και με την (ας την πούμε) πιο καλτ έννοια της λέξης. Αρκετοί εξάλλου είπαν ότι είναι γεμάτο ρυτίδες και άλλοι τόσοι ότι είναι αρυτίδωτο.

Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση: ρυτίδες υπάρχουν πολλές στους «Θεατές», είναι όμως γοητευτικές. Σαν το πρόσωπο μιας πανέμορφης γυναίκας που ερωτεύτηκες πριν από χρόνια και στο οποίο συνεχίζεις να θαυμάζεις ένα απαράμιλλο κρυφό ερωτισμό- σπάνιο επειδή είναι γνήσιος και ώριμος.

Τις γοητευτικές ρυτίδες των «Θεατών» λοιπόν αποφάσισε να χειριστεί με πανέξυπνο τρόπο η Κατερίνα Ευαγγελάτου τοποθετώντας στην μικρή (πλαγίως της κεντρικής) σκηνή του Εθνικού, ένα κλουβί μέσα στο οποίο οι τέσσερις ήρωές μοιάζουν ακόμη πιο εγκλωβισμένοι και πιο απελπισμένοι.

Η σκηνοθεσία της αναδεικνύει χωρίς να καπελώνει, υπογραμμίζει χωρίς να επεξηγεί, αναπτύσσει ελεύθερα τους χαρακτήρες- δυο ζευγάρια αντι-ηρώων, δύο σύμβολα του μετεμφυλιακού Έλληνα.

Το πρώτο ζευγάρι μιλάει ελάχιστα και κουβαλάει στις αδύναμες πλάτες του το άχθος ολόκληρης της εμφύλιας τραγωδίας.

Φορώντας μιαν «αόρατη μάσκα» φτιαγμένη μονάχα από το εξαιρετικό της ταλέντο, η  Στεφανία Γουλιώτη παίζει με τις σιωπές και γίνεται ένας ιδιότυπος μετρονόμος για τον Νικόλα Παπαγιάννη. Αυτός με την σειρά του αξιοποιεί τον ελάχιστο σκηνικό χώρο στον οποίο κινείται και σου δίνει την εντύπωση ότι χορεύει πάνω στις λέξεις- και φανταστείτε ότι ενσαρκώνει έναν ανάπηρο.

Την ίδια στιγμή ο Νίκος Ψαρράς παρακολουθεί τα πάντα από μια τρύπα στον τοίχο του διπλανού δωματίου. Φιγούρα υπέροχα αντιρρεαλιστική και κωμική κερδίζει από το ελάχιστο, ακροβατεί στις λεπτομέρειες και μας προκαλεί γιατί του μοιάζουμε.

Τότε μπαίνει η ερωμένη του, η Άλκηστις Πουλοπούλου. Κουβαλώντας μαζί της μια ανάλαφρη παιδικότητα και ένα απελπισμένο ερωτισμό αλλάζει αμέσως τον σκηνικό αέρα. Είναι σαν να σου δείχνει τον τρόπο να συμμαζέψεις όλες τις ιδέες του έργου που μέχρι εδώ ήταν σκόρπιες.

Έχει αφομοιώσει τέλεια την αφέλεια και την ανεξαρτησία του χαρακτήρα της και έχει μεταμορφωθεί σε ένα παράξενο πλάσμα που διεκδικεί, που εξαπατά και αυταπατάται. Έχει συνείδηση της ιδιότυπης ελευθερίας της, κερδίζει ολοκληρωτικά το κείμενο και μαγνητίζει το βλέμμα.

Να την δείτε αυτή την παράσταση. Μην την χάσετε. Θα παίζεται για λίγες ακόμη μέρες.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΜαχαίρωσαν τον Ντανίλοβιτς!
Επόμενο άρθροΟ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΓΚΑΤΣΜΠΥ
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και το Παρίσι, έζησε και δούλεψε στη Γενεύη και τη Νότιο Γαλλία. Έγραψε κείμενα και κριτικές για τον κινηματογράφο στις εφημερίδες Ελεύθερος Τύπος, Αυγή και Εθνος και σε αρκετά μηνιαία και εβδομαδιαία περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια είναι διευθυντής του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας και κινηματογραφικός συντάκτης του MEGA

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here