Το στυλ των Ελλήνων μιας άλλης εποχής….

0
450

Οι ασπρόμαυρες οικογενειακές φωτογραφίες, όπως και οι Ελληνικές ταινίες χωρίς χρώμα, ασκούν πάνω μου μία μοναδική γοητεία, καθώς με ταξιδεύουν σε μία Ελλάδα που δεν γνώρισα και μου δίνουν τη δυνατότητα να τη συγκρίνω με την σημερινή. Πολλά τα θετικά, πολλά και τα αρνητικά που προκύπτουν από την σύγκριση.

Σήμερα θα σταθώ σε κάτι, που πραγματικά μου λείπει από εκείνες τις μακρινές δεκαετίες: στο στυλ των Ελλήνων! Και δεν αναφέρομαι στην ελίτ του Κολωνακίου αλλά σε απλούς ανθρώπους, όπως ήταν οι γονείς μου και οι φίλοι τους. Γεννημένη στον Άγιο Βασίλη του Πειραιά η μαμά μου, παιδί δημοσίου υπαλλήλου, εργαζόμενη σε φαρμακείο η ίδια. Γεννημένος στη Γούβα στο Παγκράτι ο μπαμπάς μου, παιδί φτωχής πολύτεκνης οικογένειας με μπαμπά τσαγκάρη. Ανάλογο ήταν και το κοινωνικό στάτους των φίλων τους, που απεικονίζονται στις φωτογραφίες που ακολουθούν.

Η πρώτη φωτογραφία είναι από την θρυλική Τριάνα του Χειλά, που βρισκόταν επί της Λεωφόρου Συγγρού στο ύψος του Άγιου Σώστη. Φεβρουάριος του 1968, οι άντρες φορούν όλοι τα επίσημα μαύρα σακάκια τους και γραβάτα, ενώ στις γυναίκες ξεχωρίζουν οι περίτεχνοι, φροντισμένοι κότσοι στα μαλλιά. Μπορεί να έπαιζε ρόλο και το γεγονός ότι απέναντί τους στο πάλκο κάθονταν ζωντανοί θρύλοι του τραγουδιού όπως οι Γιάννης Παπαϊωάννου, Βασίλης Τσιτσάνης ή οι Στέλιος Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Γρηγορης Μπιθικώτσης, Πόλυ Πάνου, Βίκυ Μοσχολιού και τόσοι άλλοι που ίσως σου δημιουργούσαν την επιθυμία να τους τιμήσεις ακόμη και φροντίζοντας τα ρούχα που θα φορέσεις ακούγοντάς τους… Άλλα καλλιτεχνικά μεγέθη… Δυσθεώρητα…

Σειρά έχει ένα ενσταντανέ από τους αρραβώνες των γονιών μου, την ίδια περίπου εποχή. Δεν θα σχολιάσω την ατυχή έμπνευση του φωτογράφου να κοτσάρει την λουλουδιασμένη σύνθεση ανάμεσά τους. Θα μείνω σε εκείνο που πάντα με γοητεύει όταν κοιτάζω την συγκεκριμένη εικόνα. Την εμφάνιση της μαμάς μου. Το μαλλί-υπερπαραγωγή, βγαλμένο θαρρείς από πασαρέλα μόδας, και το ντύσιμο sur mesure, με το ολομέταξο φουστάνι ραμμένο στην μοδίστρα της γειτονιάς στον Πειραιά και ασορτί παππούτσια από το ίδιο ακριβώς ύφασμα!

Πάμε τώρα λίγο πιο πίσω χρονικά. Σε μία εκδρομή στο Σούνιο, το 1959! Το ξύλινο τραπεζάκι κάτω από τα πεύκα και το ακορντεόν που παίζει ο μοναδικός νεαρός της παρέας, παραπέμπουν απευθείας σε Ελληνική ταινία, όμως εγώ θα μείνω και πάλι στα ρούχα των κοριτσιών. Καρώ φαρδιες φούστες μέχρι το γόνατο, στενά μπλουζάκια με μανικάκι 3/4 και μάλλινες ζακετούλες με κουμπάκια, συνθέτουν το σκηνικό, με το μεταξωτό μαντήλι στα μαλλιά να το απογειώνει.

Το ταξίδι στο χρόνο συνεχίζεται, στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Ο μπαμπάς μου υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία και η οικογένειά του από την φτωχική Γούβα του Παγκρατίου, έχει πάει να τον επισκεφτεί. Ξεχωρίζω το ντύσιμο της θείας μου και αδελφής του, με το φινετσάτο εμπριμέ φόρεμα, τα λευκά κομψά σανδάλια και το ασορτί καλάθι της, ακουμπισμένο στο στύλο.

Η μαμά μου (δεξιά) με την ξαδέλφη της Ελένη Σαμλή (αριστερά), έχουν σειρά τώρα. Χριστούγεννα του 1965, τα δύο 20χρονα κορίτσια έχουν χτενίσει τα μαλλιά τους με την τελευταία λέξη της μόδας και φορούν τα ονειρεμένα παλτό τους, κι αυτά δημουργίες της μοδίστρας της γειτονιάς. Υφάσματα γνήσια, 100% μαλλί, και γούνες faux στον γιακά, με μήκος μέχρι το γόνατο. Λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά: οι πέρλες στα αυτιά…

Και κάπως έτσι μπαίνουμε στην δεκαετία του ΄70. Ο μπαμπάς μου με τον φίλο του τον Τάκη, προσέρχονται σε ένα νυχτερινό κέντρο ντυμένοι για εξώφυλλο της VOGUE. Η εικόνα μιλάει από μόνη της… Θέλω να επαναλάβω ότι δεν μιλάμε για κάποιους μεγαλοεπιχειρηματίες του Κολωνακίου αλλά για βιοπαλαιστές που εκείνη την εποχή αγωνίζονταν να χτίσουν κάτι δικό τους (όπως σας έχω ήδη περιγράψει με αφορμή μία μεταγενέστερη φωτογραφία του μπαμπά μου με την Ούρσουλα Άντρες). Δεν κυκλοφορούσαν έτσι όλη μέρα, όμως όταν έβγαιναν να διασκεδάσουν το έκαναν με στυλ.

Από την ίδια δεκαετία και η τελευταία εικόνα. Μέσα πια των ΄70s. Απεικονίζεται και πάλι ο μπαμπάς μου με τον φίλο του τον Νικηφόρο Ευφραιμίδη αυτή τη φορά. Nτυμένοι με τα κλασσικά κοστούμια τους έχουν πάει αντροπαρέα στα μπουζούκια. Στο βάθος, πάνω στην πίστα, διακρίνεται ο μέγας Γιάννης Καλατζής!

Δεν ξέρω τι χάλασε στην πορεία…

Πώς περάσαμε σταδιακά στη φτηνή αισθητική της βιντεοκασέτας την δεκαετία του΄80 (από όπου ξεχωρίζω μόνο το στυλ της Καίτης Φινου), στην νεοπλουτίστικη κιτσαρία της δεκαετίας του ΄90, στον καταναγκασμό του φιρμάτου, υπερεκτιμημένου ρούχου των αρχών της δεκαετίας του 2000.

Πώς φτάσαμε στη δαιμονοποίηση της φινέτσας, του στυλ, του κοστουμιού (και φυσικά της γραβάτας), καθιστώντας τα συνώνυμα του βολέματος, του συντηρητισμού, του συστήματος ή ακόμη και της διαπλοκής, ταυτίζοντας αυτομάτως την «φτήνια» με την εντιμότητα και τον προοδευτισμό…

Αν και τώρα πια, στην Ελλάδα-φάντασμα, λίγη σημασία έχουν όλα αυτά…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here