Το Τραίνο της Αλλαγής «τα’παιξε», συνεχίζουμε με τα πόδια…‏

2
49

Το καλοκαίρι της μεταπολίτευσης ήμουν 12 ετών. Μπήκα στην εφηβεία, λοιπόν, ως  λαθρεπιβάτης σχεδόν, στα πίσω καθίσματα του λεωφορείου που μετέφερε τη Γενιά του Πολυτεχνείου στην λεωφόρο της δόξας της. Διδασκόμενος (αλλά μπορεί και μιμούμενος –δεν θυμάμαι, έχουν περάσει πολλά χρόνια) τη συμπεριφορά και τους οραματισμούς της, πολιτικοποιήθηκα πριν μπω στο πανεπιστήμιο και, ανεξάρτητα από τον πολιτικό χώρο που επέλεξα, βρέθηκα κι εγώ μαζί με την υπόλοιπη λαμπρή αυτή γενιά σε κείνο το μεγάλο σταθμό που ήταν η αφετηρία του αστραφτερού «Τραίνου της Αλλαγής».

Δεν ήταν ζήτημα οριστικής επιλογής το βαγόνι και η θέση που θα διάλεγες να καθίσεις όταν ανέβαινες σε κείνο το τραίνο. Έτσι κι αλλιώς, όλα τα βαγόνια, όπως συμβαίνει σε όλα τα επιβατικά τραίνα (πλην εκείνων που πήγαιναν στο Άουσβιτς υποθέτω), επικοινωνούν μεταξύ τους με αυτές τις σιδερένιες πασαρέλες που όταν τις περνάς βλέπεις από τα παραπέτα τους το στρωμένο χαλίκι ανάμεσα στις ράγες.

Με τον τρόπο, μάλιστα, που είχε κατασκευαστεί το «Τραίνο της Αλλαγής» δεν υπήρχαν ούτε συγκεκριμένες θέσεις, ούτε ακριβώς και συγκεκριμένα βαγόνια. Το ότι ήσουν επιβάτης αρκούσε από μόνο του για να καθίσεις, ανάλογα με τις επιθυμίες και τα «ταλέντα» σου, ακόμη και στη θέση του μηχανοδηγού, του θερμαστή, του ελεγκτή, του εστιάτορα και, αν ήσουν «φύσει» άνθρωπος της πιάτσας ακόμη και του …εισπράκτορα.

Μπορούσες πάντως αν το’θελες, να μείνεις και για πάντα επιβάτης αφού κανείς δεν θα ερχόταν να σε ξεκουνίσει από τη θέση σου, ειδικά μάλιστα αν καθόσουν στις σειρές που είχαν την ένδειξη «Δημόσιο». Ούτε κι από το βαγόνι των VIP -αν έφτανες με οποιοδήποτε τρόπο μέχρι εκεί- δεν χρειαζόταν να φύγεις ποτέ. Ακόμη κι αν έπρεπε να «απουσιάσεις» για λίγο, ήταν για τόσο, όσο να ξεχάσουν οι υπόλοιποι το λόγο για τον οποίο είχες φύγει! Βασικά, αρκούσε να αλλάξεις σειρά καθίσματος και όλα ήταν μια χαρά.

Με αυτό το τραίνο, λοιπόν η γενιά μου, μαζί με τις αμέσως προηγούμενες και τις αμέσως επόμενες γενιές, ταξίδεψε από την εφηβεία της με στάσεις σε διάφορους σταθμούς. Όταν πλησίαζε τα 30, το τραίνο βρισκόταν σε ένα σταθμό που λεγόταν «Κάθαρση». Κοντά στα 35 ο σταθμός λεγόταν «Εκσυγχρονισμός», κοντά στα 40 «Σοφοκλέους» και όταν άρχισε να κοντεύει τα 45 της, παρόλο που  ο σταθμός λεγόταν «Βατοπαίδι», δεν δώσαμε και μεγάλη σημασία.

Ήταν κάπου εκεί όμως, κάπου κοντά στα 50, όταν στο τραίνο άρχισαν να τρίζουν τα πάντα. Ο νέος μηχανοδηγός που αντικατέστησε τον προηγούμενο, διαπίστωσε ότι «κάρβουνο δεν υπάρχει», τα πιστόνια που ήταν αλάδωτα εδώ και καιρό άρχισαν να κάνουν ανατριχιαστικό θόρυβο, τα καθίσματα ήταν πια ξεφτισμένα και γεμάτα τρύπες από καύτρες τσιγάρων, ενώ το εστιατόριο, που σέρβιρε μέχρι πρόσφατα όλα εκείνα τα «υπέροχα» ωμά γιαπωνέζικα φαγητά, είναι ζήτημα τώρα αν ψήνει κάνα σουβλάκι.

Άσε που, θεωρητικά, απαγορεύεται πια και το κάπνισμα! Και σα να μην φτάνουν όλα αυτά, εδώ και κάτι μήνες  έχουμε σταματήσει σε αυτόν τον περίεργο, γκρίζο και απόκοσμο σταθμό που τον λένε «Τρόικα». Πάνω στο τραίνο έχουν ανέβει κάτι τύποι που μοιάζουν καταπληκτικά με λογιστές πολυεθνικής εταιρείας, μιλάνε αγγλικά και δηλώνουν θερμαστές, ελεγκτές και εισπράκτορες μαζί.

Μάλιστα, αν και οι ίδιοι δεν το λένε καθαρά, οι περισσότεροι  από μας έχουμε την υποψία  ότι μάλλον είναι και οι πραγματικοί μηχανοδηγοί. Έτσι σταματημένοι όπως είμαστε, περιμένοντας να πατήσουμε τα 50, μήπως θα πρέπει να το πάρουμε τελικά απόφαση, ότι το Τραίνο της Αλλαγής «τά’παιξε» και έφτασε πια ο καιρός να συνεχίσουμε με τα πόδια;

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here