Η ώρα της αλήθειας (;) ή Ζητείται ελπίς

2
34

‘…να λυπάστε το έθνος που είναι μεστό σε δοξασίες και κενό από θρησκεία… να λυπάστε το έθνος που ενδύεται ρούχα που δεν έχει υφάνει μόνο του, που τρώει ψωμί από σιτάρι που δεν θέρισε το ίδιο και πίνει κρασί που δεν έστυψε σε δικά του πατητήρια…  να λυπάστε το έθνος που διασπάται σε θραύσματα και κάθε θραύσμα του αυτοαποκαλεί έθνος τον εαυτό του…’, Ο Προφήτης και ο Κήπος του Προφήτη, Χαλίλ Γκιμπράν

Ζούμε μια ιστορική στιγμή. Πριν από λίγες μέρες ο ελληνικός λαός ψήφισε σε μια στιγμή που η κοινωνία στην πραγματικότητα καταρρέει, παρασέρνοντας το παρηκμασμένο πολιτικό σύστημα, το οποίο αδυνατεί να βρει διέξοδο, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε μπροστά σε νέες εκλογές. Οι εκλογές αυτές θα σηματοδοτήσουν μια νέα ιστορική φάση για τη χώρα, η οποία θα οδηγήσει στην ελπίδα και τη διέξοδο από την κρίση ή την απογοήτευση και την καταστροφή. Οι πολίτες αυτή τη φορά θα πάρουν την μεγάλη και τελική απόφαση για το μέλλον της χώρας. Άλλος χρόνος δεν υπάρχει.

Φυσικά, οι επιλογές των πολιτών και πάλι θα βασισθούν στα βιώματα, στις καταβολές, και στην ιδεολογία του καθενός. Αλλ΄ όμως, για να είναι οι επιλογές αυτές  τεκμηριωμένες και ώριμες, είναι απαραίτητο και χρήσιμο να υπάρξουν κάποια προφανή(;) συμπεράσματα από την πορεία της χώρας τα τελευταία -τουλάχιστον- χρόνια, τα αποτελέσματα των προηγούμενων εκλογών, την άκαρπη διαδικασία των διερευνητικών εντολών και τις σημερινές θέσεις των κομμάτων. Δηλαδή, θα πρέπει να αναδειχθούν ορισμένες αλήθειες, όσο πικρές και αν είναι, να επισημανθούν αντιφάσεις, αλλά και να διατυπωθούν κρίσιμα ερωτήματα για τους πολίτες, τα κόμματα, την Ευρώπη.

Ως ένας απλός πολίτης, αλλά και ως εκπαιδευτικός που έχω την υποχρέωση να ‘απολογούμαι’ συνεχώς απέναντι στους νέους, αποτυπώνω δημόσια τις σκέψεις μου και τα ερωτήματά μου ως συνεισφορά στη δημόσια συζήτηση για το μέλλον της χώρας μας:

Στις τελευταίες εκλογές οι ΠΟΛΙΤΕΣ ψήφισαν με οργή, αγανάκτηση και απόγνωση λόγω της συνεχιζόμενης δραματικής οικονομικής πραγματικότητας, παρά με νηφάλια εκτίμηση των γεγονότων και αξιολόγηση των προτάσεων των κομμάτων για τη διακυβέρνηση της χώρας. Γιατί πώς αλλιώς μπορεί να δικαιολογηθεί o κατακερματισμός του εκλογικού σώματος και η διάλυση του πολιτικού σκηνικού με ακραίες επιλογές;

Μέχρι πρόσφατα πολλοί (ιδιαίτερα εκτός παλαιού δικομματισμού) υποστήριζαν ότι σημαντικό μέρος του κοινωνικού ακροατηρίου των κομμάτων του πρώην δικομματισμού δεν είχε ξεκάθαρα ιδεολογικά κίνητρα για τις επιλογές του, αλλά αντίθετα αυτές οι επιλογές είχαν κίνητρα στενού ατομικού συμφέροντος (ελπίδα ή  συναλλαγή για διορισμό, για πλουτισμό, για στενά συντεχνιακά και άλλα προνόμια κλπ.) που καλλιεργήθηκαν, ενισχύθηκαν  και χρησιμοποιήθηκαν από τις ηγεσίες αυτών των κομμάτων.

Αν τα προηγούμενα έχουν βάση, τότε πώς ψήφισε στις πρόσφατες εκλογές αυτό το μέχρι πρότινος ‘εκπαιδευμένο από τον δικομματισμό’ μέρος του εκλογικού σώματος που τώρα τιμώρησε τον παλαιό δικομματισμό; Μήπως γιατί έπαψε αυτός ο δικομματισμός να (μπορεί να) ‘δίνει’; Επανεξέτασε, πράγματι, συνειδητά τις προηγούμενες ‘λανθασμένες’ επιλογές του και ψήφισε με γνώμονα το γενικό καλό ή συνέχισε να ελπίζει και να αποφασίζει με βάση το πνεύμα του ‘λεφτά θα βρεθούν’, επιβραβεύοντας τώρα άλλους που υποστήριξαν ότι τα τελευταία χρόνια της σκληρής οικονομικής πραγματικότητας ήταν μόνο ένα κακό όνειρο που τώρα τελειώνει και όλα ξαφνικά θα (ξανα)γίνουν όπως πριν και, μάλιστα, χωρίς κόστος;

Είναι προφανές ότι όλα τα ΚΟΜΜΑΤΑ αποδοκιμάσθηκαν από την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, το καθένα με ποσοστό μεγαλύτερο του 80%, στην πραγματικότητα όμως πολύ μεγαλύτερο αν συνυπολογισθεί η αποχή του 35%. Ιδιαίτερα τα κόμματα του πρώην δικομματισμού πλήρωσαν ακριβά (και σε μεγάλο βαθμό δίκαια) τις επιλογές τους που οδήγησαν την χώρα στη σημερινή δραματική οικονομική και κοινωνική κατάσταση.

Αν είναι έτσι και χωρίς να αγνοούνται οι (αυξητικές ή πτωτικές) τάσεις της επιθυμίας του εκλογικού σώματος,  τότε, είναι αλήθεια ότι δεν υπήρξε κόμμα που να συγκέντρωσε την ισχυρή εντολή του ελληνικού λαού ώστε να επιβάλλει ατόφιο το πρόγραμμα του. Επομένως, είναι προφανές ότι το μήνυμα των πρόσφατων εκλογών δεν ήταν εντολή για νέες εκλογές, αλλά για συνεργασίες (και άρα κοινωνικές συναινέσεις) για την αντιμετώπιση της κρίσης, θεωρώντας ότι είναι αυτονόητο ότι η έννοια της συνεργασίας είναι ασύμβατη με την θέση “θα συνεργαστώ μόνο αν γίνουν πλήρως αποδεκτές οι (συχνά και σκόπιμα ασαφείς) προεκλογικές μου θέσεις”, θέση που στην ουσία ακυρώνει και το πνεύμα του αιτήματος για απλή αναλογική.  Ο μεγάλος πολιτικός της ανανεωτικής Αριστεράς Λεωνίδας Κύρκος στην τελευταία συνέντευξή του (που δημοσιοποιήθηκε μετά τον θάνατο του) ζητά «… το νέο Σύνταγμα να βασιστεί σε μία αντίληψη, ότι η Δημοκρατία επιβάλει τη συναίνεση. Υπάρχει μια μεγάλη αρρώστια της Δημοκρατίας στις μέρες μας, αλλά για να υπάρξει η συναίνεση χρειάζεται πρώτα να καλλιεργηθεί η κουλτούρα της συναίνεσης…».

Π’ως μπορούν, όμως, να προχωρήσουν τέτοιες συνεργασίες όταν, παρά τα όσα περί του αντιθέτου λέγονται κυρίως για επικοινωνιακούς λόγους, σήμερα είναι φανερό ότι υπάρχει ένα εξαιρετικά ρευστό πολιτικό και κομματικό σκηνικό, όπου αφ’ ενός δεν υπάρχει ιδεολογική ομοιογένεια μέσα στα κόμματα (αντίθετα υπάρχουν συχνά αντικρουόμενες και αντίρροπες απόψεις, τάσεις, συνιστώσες) και αφ’ ετέρου δεν υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές ιδεολογικές γραμμές μεταξύ κομμάτων, αν βεβαίως εξαιρεθούν ακραίες περιπτώσεις; Μήπως, λοιπόν, η “συγκολλητική ουσία” στο εσωτερικό ορισμένων κομμάτων είναι κυρίως η διατήρηση της άσκησης εξουσίας ή η ελπίδα για κάτι τέτοιο;

Αν είναι έτσι και δεδομένου ότι βρισκόμαστε στα πρώτα βήματα της νέας εποχής μετά την Μεταπολίτευση, τα κόμματα έχουν υποχρέωση να αποτιμήσουν και να παραδεχθούν τα λάθη τους κατά το παρελθόν, αυτά τα λάθη που επέτρεψαν σε ποικιλώνυμες ηγεσίες που άσκησαν εξουσία σε οποιοδήποτε επίπεδο –κυβερνητικό, κομματικό, οικονομικό, συνδικαλιστικό, εκπαιδευτικό κλπ.-) στην ουσία να διαλύσουν τη χώρα. Ταυτόχρονα, έχουν και μεγάλη ιστορική ευθύνη απέναντι στους πολίτες, τώρα τη στιγμή της κορύφωσης της κρίσης, να ξεκαθαρίσουν απολύτως τις ιδεολογικές τους θέσεις και τις προτάσεις τους για το μέλλον, χωρίς λαϊκισμούς, σκόπιμες ασάφειες και μικροκομματικές επιδιώξεις, αλλά με απόλυτη σαφήνεια και τεκμηρίωση.

Υπάρχουν ευθύνες της σημερινής ηγεσίας της ΕΥΡΩΠΗΣ για τα δεινή οικονομική και κοινωνική κατάσταση του ελληνικού λαού, αλλά και άλλων ευρωπαϊκών λαών; Είναι αλήθεια ότι, ανεξαρτήτως των δικών μας λαθών, οι ευθύνες της κυρίαρχης, συντηρητικής, νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη σκληρή υποβάθμιση των συνθηκών της ζωής μεγάλου ποσοστού ευρωπαίων πολιτών είναι τεράστιες και ιστορικές;

Είναι, δηλαδή, η σημερινή ευρωπαϊκή ηγεσία ‘υπηρέτης’ και θεματοφύλακας των αρχικών προοδευτικών οραμάτων της αλληλεγγύης και της ισότητας (ανεξαρτήτως της έκτασης και του πληθυσμού) των ευρωπαϊκών λαών και κρατών, της ευημερίας με ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή, της ουμανιστικής και ορθολογικής προσέγγισης στη λύση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι θετική, διότι είναι ηλίου φαεινότερο ότι σήμερα η ευρωπαϊκή ηγεσία βασίζεται στη δύναμη των οικονομικά ισχυρών που εξαρτώνται και κατευθύνονται από τις αγορές, επιβάλλοντας πολιτικές σκληρής λιτότητας και ύφεσης, αδιαφορώντας στην ουσία για το αν πίσω από αριθμούς κρύβονται άνθρωποι που δυστυχούν, χωρίς να μπορούν να ελπίζουν.

Είναι πια σχεδόν κοινός τόπος διεθνώς ότι, τουλάχιστον για την Ελλάδα, η εφαρμοζόμενη οικονομική συνταγή αντιμετώπισης της κρίσης είναι αναποτελεσματική, αδιέξοδη, με τεράστιο κοινωνικό κόστος και πρέπει άμεσα να αναθεωρηθεί ουσιαστικά. Το ελληνικό πείραμα μάλλον(;) απέτυχε!

Τελευταία έχει αρχίσει να φαίνεται όλο και πιο έντονα μια ελπίδα αλλαγής της Ευρώπης προς μια πιο προοδευτική κατεύθυνση (και λόγω της πολιτικής αλλαγής στην Γαλλία). Αν αυτό συμβαίνει, είναι λάθος ή ουτοπία να θεωρήσουμε ότι η οικονομικά αδύναμη και εξαντλημένη Ελλάδα θα έχει κέρδος συμμετέχοντας σ’ αυτήν την κοινωνική διεργασία προοδευτικής αλλαγής, όντας ισότιμο μέλος της Ευρώπης των λαών της, επιδιώκοντας συμμαχίες και όχι την απομόνωση;

Η μεγάλη εθνική επιλογή για ένταξη στην ΕΥΡΩΠΗ (με δικαιώματα και υποχρεώσεις) σήμερα φαίνεται να ζητά νέα επιβεβαίωση γιατί, όπως υποστηρίζουν πολλοί σε  όλο το εύρος του πολιτικού φάσματος, η συζήτηση περί Μνημονίου (επαναδιαπραγμάτευση/ επανεξέταση/ απόρριψη/ μονομερής καταγγελία κλπ.) που κυριαρχεί στον πολιτικό και κοινωνικό διάλογο, με βάση τους σημερινούς ευρωπαϊκούς και διεθνείς συσχετισμούς δυνάμεων,  οδηγεί εκ των πραγμάτων στο δίλημμα  ‘εντός ή εκτός Ευρώ;’.

Τι σημαίνει, πραγματικά, το περιβόητο δημοσκοπικό ποσοστό 80% υπέρ της παραμονής του Ευρώ σε συνδυασμό, μάλιστα, με την ‘αντιμνημονιακή’ ψήφο των τελευταίων εκλογών; Όσοι πολίτες αθροίζονται σ’ αυτό το ποσοστό υπέρ του Ευρώ κατανοούν με τον ίδιο τρόπο το τι σημαίνει για την χώρα αυτή η απόφαση (ποια δικαιώματα και ποιες υποχρεώσεις);

Είναι φανερό με βάση τα προηγούμενα ότι πρέπει επιτέλους να απαντηθεί από αυτούς που γνωρίζουν (όχι πάντως από αμαθείς, ημιμαθείς η δημαγωγούντες) με απολύτως τεκμηριωμένο και σαφή τρόπο το σκληρό ερώτημα που απασχολεί και βασανίζει τον Ελληνικό λαό:

Μέσα στην τρέχουσα διεθνή οικονομική και πολιτική συγκυρία και λαμβάνοντας υπόψη τη σημερινή δραματική οικονομική κατάσταση της Ελλάδας (τεράστιο χρέος, ελλείμματα, έλλειψη παραγωγικής υποδομής, αδυναμία δανεισμού) το μέλλον του τόπου θα είναι ΚΑΛΥΤΕΡΟ στο Ευρώ ή στη Δραχμή; Αυτοί που δέχονται(;) ότι η θέση της χώρας  πρέπει να είναι στο Ευρώ, αλλά υποστηρίζουν ότι αυτό μπορεί να γίνει χωρίς τήρηση κάποιων δεσμεύσεων, δηλαδή κανόνων και υποχρεώσεων (φυσικά αμοιβαία αποδεκτών  και συνεχώς βελτιούμενων  με  σκληρή εθνική διαπραγμάτευση),  έχουν δίκιο; Eίναι σε θέση σήμερα η ‘πτωχευμένη’ Ελλάδα να επιβάλλει μονομερώς την οποιαδήποτε θέση της στην Ευρώπη;

Οι ΠΟΛΙΤΕΣ έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να θέτουν ερωτήματα, ιδιαίτερα τώρα, τη στιγμή της κρίσιμης επιλογής για την κατεύθυνση της χώρας στη νέα εποχή που θα ακολουθήσει την εποχή της μεταπολίτευσης. Απαντήσεις, επαναλαμβάνω, πρέπει να δοθούν με ευθύνη από αυτούς που γνωρίζουν, και όχι από αμαθείς, ημιμαθείς η δημαγωγούντες.

Η πολιτική τάξη έχει υποχρέωση να φανεί αντάξια των απαιτήσεων αυτής της δραματικής ιστορικής στιγμής. Μπορεί; Μπορεί να στραφεί εναντίον της μήτρας της παρακμής που την εξέθρεψε;

Όμως, πριν απ’ όλα, ο καθένας από μας, με το χέρι στην καρδιά πρέπει να  δώσει απάντηση στο ερώτημα:

Mπορεί ν’ αλλάξει η μοίρα της Ελλάδας χωρίς να αλλάξουμε πρώτα εμείς και να καταδικάσουμε έμπρακτα τα κακώς κείμενα της παρηκμασμένης κοινωνίας μας,  τα οποία χρόνια τώρα αποδεχόμαστε, ανεχόμαστε ή ακόμα και υπηρετήσαμε; Είμαστε, δηλαδή, έτοιμοι, ανεξάρτητα από μνημόνια και έξωθεν παρεμβάσεις, να στηρίξουμε το αυτονόητο; Είμαστε αποφασισμένοι να σταθούμε απέναντι στον λαϊκισμό, στον ατεκμηρίωτο φανατικό λόγο, στο ψέμα, στον ‘πονηρό πολιτευτή’ (που δεν προήλθε από την κοινωνία αλλά από τον κομματικό σωλήνα), στην κομματική αλαζονεία, στη συναλλαγή, στον ανορθολογισμό, στις ιδεοληψίες, στην ανευθυνότητα, στην υποβάθμιση της Παιδείας, στην φοροδιαφυγή, στην αρπαχτή, στον ωχαδερφισμό, στην ιδιώτευση, στον προκλητικό πλουτισμό, στην αδιαφορία για το συλλογικό καλό, στην ‘σπατάλη’ του περιβάλλοντος;

Οι απαντήσεις μας, αλλά κυρίως οι επιλογές και οι πράξεις μας θα κρίνουν τώρα πια τελεσίδικα το μέλλον των παιδιών μας. Εύκολοι δρόμοι δεν υπάρχουν πια. Ο χρόνος δυστυχώς τελείωσε και επειγόντως ‘ζητείται ελπίς’.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΠάμε για εκλογές χωρίς αλλαγές;
Επόμενο άρθροΚυρία Λαγκάρντ, βρες το θάρρος να ζητήσεις συγγνώμη. Οι Έλληνες αξίζουν σεβασμό
Ο Σταύρος Α. Κουμπιάς γεννήθηκε στη Χίο το 1953. Αποφοίτησε από το 1ο Γυμνάσιο Αρρένων Χίου το 1971 και είναι διπλωματούχος (1976) του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος (1982) από το ίδιο Tμήμα. Σήμερα είναι Καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών, είχε, δε, εκλεγεί ως Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών για το διάστημα 2006-2010. Ο κ. Κουμπιάς έχει πολυετή ακαδημαϊκή και ερευνητική εμπειρία. Από το 1976 έως σήμερα, έχει υπηρετήσει σταδιακά στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών σε θέσεις ερευνητή και μέλους ΔΕΠ. Στα διαστήματα Σεπτ.2001-Αύγ.2003 και Σεπτ.2005-Αύγ.2007 έχει υπηρετήσει ως Αναπληρωτής Πρόεδρος του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας Υπολογιστών. Επίσης, κατά το διάστημα 1984-1990 έχει υπηρετήσει στο ΤΕΙ Πάτρας ως Καθηγητής. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2001-2003 ήταν ο Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Κέντρου Λειτουργίας Δικτύων του Πανεπιστημίου Πατρών που υποστηρίζει περίπου 25.000 χρήστες. Τα κύρια επιστημονικά του ενδιαφέροντα ευρίσκονται στις περιοχές των ενσωματωμένων (κατανεμημένων) συστημάτων πραγματικού χρόνου, επικοινωνιακών πρωτοκόλλων, προηγμένων ενσύρματων και ασύρματων βιομηχανικών δικτυακών συστημάτων, κατανεμημένων ασύρματων δικτύων αισθητήρων, πρωτοκόλλων δρομολόγησης, τεχνικών διαχείρισης ισχύος για ασύρματους δικτυακούς κόμβους, προηγμένων βιομηχανικών δικτυακών δομών για εφαρμογές C2Β/Β2Β (χρήση οντολογιών, web-services, βιομηχανικών GRID), προηγμένων διαλειτουργουσών βιομηχανικών δικτυακών δομών, διαλειτουργούντων ετερογενών δικτυακών συστημάτων, προηγμένων δικτυακών συστημάτων αυτοματοποίησης κτιριακών διαδικασιών και βιομηχανικών συστημάτων μηχανικής όρασης με υπολογιστή. Έχει δημοσιεύσει πάνω από 150 επιστημονικές εργασίες σε έγκριτα διεθνή και ελληνικά περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων, είναι συγγραφέας ενός βιβλίου και έχει συμμετάσχει στην συγγραφή και μετάφραση άλλων, ενώ παράλληλα έχει επιμεληθεί την έκδοση αριθμού διδακτικών σημειώσεων. Το ερευνητικό του έργο έχει αναγνωρισθεί διεθνώς, όπως προκύπτει από τις σχετικές αναφορές σε αυτό. Έχει συμμετάσχει ως επιστημονικός υπεύθυνος ή μέλος ερευνητικών ομάδων σε μεγάλα Ελληνικά και Ευρωπαϊκά προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης, καθώς και σε ευρωπαϊκά προγράμματα εκπαιδευτικών ανταλλαγών. Το διάστημα 2008-2010 ήταν μέλος της ΙΕΕΕ Industrial Electronics Society (2008-2010).

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Είμαι σίγουρος ότι συμφωνούν οι περισσότεροι Έλληνες εκτός από πολλούς πολιτικούς μας, που σαν τα όρνεα κατατρώνε τις σάρκες μας που κρέμασαν από τις απανωτές μαχαιριές των δολοφόνων εκτελεστών, υποτακτικών της παγκόσμιας οικονομικής μαφίας. Κι αν σκυλέψουν τα κορμιά μας, θα νοιώσουν τον τρόμο του θανάτου που θα τους στείλουν οι ψυχές μας, η αθάνατη ψυχή του Έλληνα πατριώτη.

  2. Συμφωνώ απόλυτα με τα αιρωτήματα που θέτει ο κ. Κουμπιάς.
    Η κριτική θα πρέπει να είναι το συμπλήρωμα της αυτοκριτικής μας η οποία βέβαια πρέπει να προηγείται
    Πρέπει να φωνάξουμε, με όση δύναμη μας απομένει, πως οι επιλογή μας σήμερα μπορεί να επηρεάσει το μέλλον μας για δεκαετίες,
    Δεν πρέπει να θέσουμε σε κίνδυνο την παραμονή της χώρας μας στο Ευρώ και να παίξουμε το παιχνίδι των κερδοσκόπων που επενδύουν στην χρεωκοπία μας και των σύχρονων μαυραγοριτών, που σήμερα βγάζουν τα χρήματά τους έξω για να αγοράζουν αύριο ό,τι θα πουλιέται στο 1/3 της σημερινής αξίας του.
    Όλοι αυτοί μαζι σπρώχνουν και στηρίζουν όσους (βλέπε ΣΥΡΙΖΑ) με τις προτάσεις τους μας οδηγούν νομοτελειακά στην έξοδο από το ΕΥΡΩ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here