Ώρες ώρες θα πουλούσα και την ψυχή μου για ένα τσιγάρο

0
47

Άνοιξε το καφενείο όπως πάντα στις έξι. Πρωί πρωί, άναψε τη μηχανή του καφέ, έβγαλε τα τέσσερα τραπεζάκια στο μικρό πεζοδρόμιο.

Έφτιαξε τον δικό του μερακλίδικο ελληνικό. Περασμένα τα 60. Δεν έδειχνε τα χρόνια του, όχι πως ήταν καλοζωισμένος, όχι. Μα το γονίδιο που είχε από την μάνα του τον είχε κάνει έτσι ξεχωριστό. Θυμόταν τακτικά τη μάνα του. Μα δε ξέρω και κανένα αρσενικό να μην ξαναγυρνά στη μάνα. Ένα σωρό δουλειές έκαμε στα νιάτα του. Όλα είχαν σχέση με τον καπνό. Στην αρχή δούλευε στα καπνοχώραφα. Όλοι στην οικογένεια. Όλο το χωριό. Από τότε έμαθε να στρίβει. Να πλέκει τσιγάρο. Έτσι του λέγε η μάνα. Ο πατέρας δεν έλεγε, έδερνε.

Μικρός ο κλήρος, μικρό το μεροκάματο, μα δε πεινάσανε ποτέ. Τους τάιζε απλόχερα το χωράφι. Ανήσυχος, όμως, ο πιτσιρίκος, ήτανε και το χωριό λίγο κόκκινο, μα πέρασε και ο Άρης από δώ, έλεγε και ξανάλεγε. Όχι και από εκεί, παραδίπλα, αλλά εντάξει ποιητική αδεία και η ανάγκη να βγάλει το μικρό άγνωστο τόπο του από τη δίνη του χρόνου. Γρήγορα βρήκε τι του ταίριαζε πιο πολύ. Ξεκίνησε να μάθει, να κάμει τον χαρμαναδόρος. Ανακάτευε ποικιλίες καπνών και έφτιαχνε το χαρμάνι τον καπνό, που ήταν προς πώληση. Μαλακά τσιγάρα ήταν αυτά που κάνανε με τα πρώτα μαζεμένα φύλλα από το φυτό. Μπασμάς ο ελαφρύς , βιρτζίνα ο ξενόφερτος και γλυκόπιοτος, τσεπέλι και βιλίτσα βάριες ποικιλίες ζόρικες.

Στεκόταν ώρες μόνος στην φορτωμένη μνήμες και πραμάτεια ανίλειαγη αποθήκη του πατέρα, κάπνιζε, είχε δικαιολογία, ονειρευόταν την θάλασσα. Κάπου είχε πάρει το μάτι του ποιήματα για αυτήν, που θάθελε νάχε γράψει. Μα είχε το ποτάμι, εντάξει θα πείς, δεν είναι το ίδιο, μα πέρναγε κάθε μέρα για να το καλημερίσει. Κάπνιζε τα τσιγάρα του στα ροζ χαρτάκια που βούταγε απο το καφενείο και έστριβε. Είχε για ταμπακέρα ένα άδειο κουτί από τσιγάρα «Άστορ». Δεν του άρεσε εκείνο το τσιγάρο μα είχανε για σήμα ένα λόρδο πάνω, μια φωτογραφία που κάθε που έβγαζε το πακέτο έκλεβε και μια ματιά πανω του. Έτσι πέρναγε η ζωή του στο μικρό ασήμαντο τόπο του. Μια στιγμή έφερε τα πάνω κάτω, όπως γίνεται πάντα. Η στιγμή δεν είναι τίποτε παραπάνω απο την προέκταση του χρόνου που, έτσι κι αλλιώς, μας ρουφά στα σπλάχνα του. Αλλαγές που δεν μπόρεσε να διαχειριστεί, ήταν και μόνος. Ξενιτεύτηκε στη γειτονική πόλη, ούτε μεγάλη μα ούτε και μικρή για να λες σε όλους καλημέρα. Έψαξε δουλειά σε χρόνια που ακόμα το χρήμα το λέγανε ρευστό γιατί έρεε, έτρεχε. Όχι όπως τώρα, που είναι σπάνιο και στάσιμο.

Έγινε περιπτεράς, αυτό του ταίριαζε, να πουλά τσιγάρα στο λιμάνι. Να πουλά καπνό και να βλέπει τα βαπόρια να μπαίνουν, αλλά κυρίως τα χάζευε να λύνουν και να φεύγουν να αναχωρούν. Ύστερα ήρθε η δικία του η σειρά να πάει το χρόνο μπροστά. Έκαμε οικογένεια, προξενειό, μα δε βαριέσαι. Παιδιά, λίγο ανάποδα σαν κι αυτόν. Μα τα στερνά τιμούν τα πρώτα, έλεγε και ξανάλεγε, έτσι ήτανε πάντα λιγομίλητος, μετρημένος σα νάθελε κάτι, μα πάλι δίσταζε, μετρούσε το χρόνο και πήγαινε ο νους του μια στο ποτάμι του χωριού μια στο καράβι που δεν πήρε και στο ταξίδι που δεν έκαμε. Περνούσαν τα χρόνια τακτοποιημένα, δύσκολα, μα όλα στην θέση τους, πώς θα ήταν αλλιώς αφού έδινε λογαριασμό, κάθε μέρα, στη μάνα που κουβαλούσε μέσα του και στο πατέρα που τον θυμόταν σαν έλυνε την ζώνη και τον έπαιρνε στο κατόπι.

Δεν έλειψε τίποτε από την οικογένεια, μα σε μια στιγμή χάθηκε η γαλήνη χρόνων. Αρρωσταίνουν οι άνθρωποι, τίποτε δεν είμαστε αλλά να, είναι που δεν πρέπει να το πιστέψουμε κιόλας. Τώρα στην μεγαλούπολη σέρνεται μέσα στα νοσοκομεία. Η γυναίκα του με σοβαρό πρόβλημα, καρκίνο, αυτός με βαρειά ΧΑΠ. Το τσιγάρο άφησε το χνάρι του μα αυτός δεν το αφήνει από τα χείλη του. Λέει και ξαναλέει «μόνο αυτό είχα για μένα, μόνο αυτό μου έμεινε». Ο καφενές δεν βλέπει θάλασσα μικρό το δρομάκι, στενοκοπιά, μα έτσι που είναι την κουβαλά μέσα του. Αν και δεν το δείχνει, πολλά μποφόρια. Περήφανος, δεν μεταφέρει στους περαστικούς πελάτες τη βαθειά του μοναξιά. Το αδιέξοδο που είναι, καταβάθος, μονόδρομος. Καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι κάθε που τον ρωτούν την ώρα μα δεν τη λέει, δείχνει το φτηνό κινέζικο ρολόι. Από κάτω κρέμεται ένα ημερολόγιο στον Μάρτη του ’92. Μια φωτογραφία, ένα φορτηγό πλοίο λύνει κάβους, σαλπάρει.

Που να με πάρει, δεν θα ξαναπεράσω για καφέ από εκεί, στο τέλος θα γίνω ναυτικός.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here