Υποβοηθούμενη αυτοκτονία, δικαίωμα ή ύβρις;

0
162

Περπατούσε στην ανηφοριά, άγρια μεσάνυχτα, όμως η κάψα της φευγάτης μέρας είχε κάμει την άσφαλτο και τσιμέντα να βράσουν, έκαιγε όλος ο τόπος. Ξοπίσω του δεκάδες ασθενοφόρα στρίγγλιζαν και έτρεχαν, έκαναν κι αυτά τη δουλειά τους. Ήταν πια μακριά, όμως τα κόκκινα φώτα των φάρων συνέχιζαν, έστελναν απεγνωσμένα βέλη σε κάθε κατεύθυνση.

Αγκομαχούσε όπως πάντα, και με μισόκλειστα μάτια μετρούσε βήμα-βήμα, τα τελευταία πενήντα μέτρα μέχρι την είσοδο, ψαχούλευε τη τσέπη για τα κλειδιά του, όταν τα τσάκωσε και έσφιξε γερά στη παλάμη του το σίδερο, ένιωσε την αγριάδα της μοναξιάς και τη γλύκα της ασφάλειας.

Τίναξε το κεφάλι αριστερά, έτσι χωρίς κάποιο λόγο, και δεν πίστεψε στα μάτια του. Το μικρό μονόσπιτο μιας μοναχικής, αδιευκρίνιστης ηλικίας και άρρωστης ηλικιωμένης, εκείνης που είχε πάντοτε ανοιχτή τη πόρτα της, και όμως χωρίς λόγο, όλοι τη φοβόντουσαν, αυτής που λέγανε μάγισσα, και στοίχειωνε σα φάντασμα τους δρόμους. Αυτό λοιπόν το μικρό, χαμηλό σπιτάκι, ήταν γεμάτο ρωγμές, τεράστιες χαρακιές, που χάσκαν και από μέσα ξεπήδαγε φως, σα να είχε κάποια μάζωξη κι παρέα ήταν αμέτρητη!

Φοβήθηκε, όμως η περιέργεια νίκησε, κοίταξε, έψαξε, κοίταξε πέρα-δώθε, μήπως και βρει συμμάχους περαστικούς, μα που τέτοια τύχη.

Πλησίασε αργά τη πιο μεγάλη ρωγμή και στάθηκε κρυμμένος στη σκιά. Τον περίμενε μια νέα έκπληξη, αυτή η «γριά» (έτσι τη φώναζαν οι γειτόνοι), σίγουρα δεν ήταν μοναχή.
Άκουσε μια κοριτσίστικη φωνή, του κέντρισε το ενδιαφέρον και τον έκανε να ξεχάσει τους σπασμένους τοίχους, ενώ το παράξενο μελί φως, που έλουζε το δρόμο, είχε γίνει ήδη το δεδομένο μέσα στα μάτια του.

Η φωνή ρωτούσε επίμονα:

Λοιπόν υπάρχουν φάρμακα, αέρια ή πιο απλά μέσα; πως γίνεται κάποιος να πεθάνει ήσυχα και ανώδυνα;
Ο λαθραίος επισκέπτης ξεχάστηκε και από το ζόρι του, να δει τι διάολο γινόταν εκεί μέσα, έκανε μια αυθόρμητη εντελώς άγαρμπη κίνηση του κορμιού του, έσκυψε προς τη μεγάλη τρύπα του τοίχου, εκείνος τρίφτηκε σαν φελιζόλ, υποχώρησε, είδε τη γριά να κάθεται με έναν άγνωστο τύπο γύρω από ένα τραπέζι.

Διέκοψαν, γύρισαν και τον είδαν, τους φάνηκε φυσιολογική η παρουσία του, η γυναίκα μάλιστα τον αναγνώρισε και τον προσκάλεσε, του φώναξε να περάσει μέσα, από την ανοιχτή, όπως πάντα, ξοπορτιά της.

Είχε ξέπλεκα ολόισια λευκά μαλλιά, και φορούσε μια ατσαλάκωτη σκούρα μπλε ρομπίτσα, σίγουρα ήταν αγκίνια, του κουτιού. Μύριζε σαπούνι, καθαριότητα. Φαινόταν τόσο γαλήνια, ο άλλος ήταν εντελώς ξένος στη περιοχή, μάλλον μακρινός συγγενής, που θα μοίραζε περιουσίες ή μήπως όχι, σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε κάνει κιόλας τη κατάταξη.

Δίστασε λίγο, τελικά πήρε θέση κοντά της, εκείνοι δεν έδωσαν σημασία στη παρουσία του.
Η γυναίκα επανέλαβε την ερώτηση-απορία της:

-Θα μας πεις για την αθανασία; υπάρχει; γνωρίζεις που κρύβεται;

Σχεδόν αυθόρμητα ακούστηκε η επόμενη απορία:

-Κι αν αυτός ο κόσμος δεν είναι παρά μια δοκιμασία, και ο ίδιος ο θάνατος είναι ένα ζωντανό πέρασμα που πρέπει, επιβάλλεται να έρθει μοναχό του;

Η ηλικιωμένη δεν περίμενε απάντηση, έκανε έναν μορφασμό και έκοψε την απάντηση του άγνωστου.
Κατάπιε ένα κόμπο, κάτι σα στεγνό σάλιο, και σηκώθηκε ελατήριο από τη καρέκλα, όμως η γριά τον καθησύχασε, μην ξυπνήσεις από τώρα, είναι ακόμη πολύ νωρίς και δεν θα χορτάσεις τον ύπνο σου.

Όνειρο λοιπόν, τέτοιο σκατένιο ψέμα, κι όμως τόσο αληθινό!

Το χρώμα στους τοίχους διαρκώς άλλαζε, γινόταν όλο και πιο φωτεινό και οι ρωγμές όλο και μεγάλωναν, απέξω αχνοφαινόταν ένας άλλος τόπος.

Ο καλεσμένος χαμογέλασε, ήταν η ώρα να κάνει τη δική του επίθεση.
-Oι θρησκείες, οι συγγενείς, η κοινωνία, όλο το περιβάλλον, όλα εκείνα που πορευόμαστε δείχνουν σε ένα κόσμο που έχει οδηγό το πεπρωμένο, τη μοίρα…δεν είναι έτσι;

Γιατί λοιπόν Ευθανασία;
Τελικά πρόκειται για την καλύτερη αποχώρηση στην σωστή στιγμή (όταν πρόκειται για μια απόφαση του αυτόχειρα) ή για μια θλιβερή όσο και αποτρόπαια πράξη; μια δολοφονία!

Ποιους βολεύουν τελικά οι αυτοκτονίες αν όχι εκείνους που μας ελέγχουν και προσπαθούν να εξουσιάσουν;

Οι απαντήσεις έφταναν ακατάληπτες, ο περαστικός άκουγε μόνο τις δικές του σκέψεις, αμφέβαλε για τις προθέσεις, για τη στιγμιαία κατάθλιψη, για τον παροξυσμό του θανάτου.
Οι τοίχοι όλο και άνοιγαν, σκίστηκαν, η ίδια παρέα άλλαζε πρόσωπα και κορμιά, μεταμορφωνόταν σε διαφορετικούς ανθρώπους. Ντυνόταν συνεχώς κορμιά, σωρός από ανθρώπινες φυλές. Και άλλοι κολυμπούσαν, άλλοι είχαν φτερά, πετούσαν μέσα στις ίδιες βασανιστικές απορίες.
Μονάχα η γερόντισσα παρέμενε σταθερή, ακίνητη στην ίδια θέση, είχε ήδη πεθάνει και μάλιστα χωρίς καμιά βοήθεια.

Το ξυπνητήρι, ακόμη μια φορά, δεν χαρίστηκε! Έκοψε το όνειρο ή μήπως ήταν ένας σιχαμερός εφιάλτης;

Στο όνειρο θα μπορούσενα συμμετέχει ο 70χρονος διάσημος Αυστραλός γιατρός του υποβοηθούμενου θανάτου, Philip Nitschke.

Ο πολυβραβευμένος αλλά και με πολλούς διαφωνούντες, εχθρούς σε όλο τον πλανήτη. Ο γιατρός ζει με τη σύντροφο του Fiona Stewart, στην Β. Αδελαϊδα της Αυστραλίας. Από τους πολέμιους του αναφέρεται και ως doctor death.Πρόκειται για τον συγγραφέα των δύο βιβλίων best seller, αλλά και της οργάνωσης που υπερασπίζεται το δικαίωμα του ανθρώπου στην ευθανασία. (http://www.exitinternational.net/)

Ο Nitschke πιστεύει στον «peacefull death, τον ειρηνικό θάνατο». Λέει για αυτά τα δηλητήρια: “πρέπει να είναι ελεύθερα διαθέσιμα σε οποιονδήποτε σώας τας φρένας πάνω από την ηλικία των 50”. Υποστηρίζει: “Αν κάποιος είναι πάνω από 18 ετών μπορούμε να τον στείλουμε και να σκοτώσει στο Αφγανιστάν, γιατί δεν μπορούμε να του εμπιστευόμαστε τις αποφάσεις για τη ζωή του”; Συνεχίζει τα σεμινάρια και τις προσωπικές συνεδρίες σε εκείνους που τον καλούν, πουλάει τα βιβλία του σε όλο τον πλανήτη.

“Το δικαίωμα στη ζωή πρέπει να είναι αλληλένδετο μαζί με το δικαίωμα να μπορούμε να την τερματίσουμε”. Philip Nitschke

“Έχουμε πολλά πράγματα στο ντουλάπι μας, αν χρησιμοποιηθούν εσφαλμένα, μπορεί να επιφέρουν το θάνατο,” και ο Nitschke συνεχίζει . «Αλλά δεν λέμε, “Αχ, αυτό το εντομοκτόνο μπορεί να προκαλέσει το θάνατο, ας το απαγορεύσουν”.

Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος πιστεύει ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις θα κάνουν σύντομα τη μεταρρύθμιση των νόμων περιττή. Σύντομα, λέει, τα θανατηφόρα φάρμακα θα είναι διαθέσιμα σε απορροφητικό χαρτί, όπως το LSD και θα μπορούν να εισάγονται χωρίς ανίχνευση.

Όσο για το δικό του τέλος, ο Nitschke παραδέχεται ότι κρατά μια προμήθεια τέτοιων χαπιών για δική του χρήση. Δεν θέλει να πεθάνει «θολωμένος από ναρκωτικά, και δεμένος με σωλήνες και οθόνες». Αντ’ αυτού, αν και όταν έρθει η ώρα, ο ίδιος σκοπεύει να πάρει μπουκάλι του φαρμάκου στην έρημο Gibson της Δυτικής Αυστραλίας και να αφήσει το σώμα του με τα κοράκια.

(http://www.dailymercury.com.au/news/an-interview-with-dr-philip-nitschke/237641/)
(http://www.smh.com.au/lifestyle/between-life-and-death-20130826-2skl0.html)

Βοήθεια στο λεπτό θέμα της αυτοκτονίας μπορούν να δώσουν οι Ελληνικές ΜΚΟ:
http://www.klimaka.org.g rhttp://www.suicide-help.gr
και σε παγκόσμιο επίπεδο http://www.befrienders.org

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθρο«Πάγωσε» ο πρόεδρος του ΣτΕ το ΦΕΚ της κυβέρνησης για το πόθεν έσχες των δικαστών
Επόμενο άρθροΕνθουσιασμένη η Μαντόνα με γκράφιτι σε αθηναϊκό δρόμο
Ο Μανόλης Δημελλάς είναι οπερατέρ. Η καταγωγή του είναι από την Κάρπαθο. Γεννήθηκε στη Χίο το 1968 και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε Κινηματογράφο στη σχολή Χατζίκου. Εργάζεται στο MEGA από το 1992 και με την κάμερά του έχει καλύψει κορυφαία ειδησεογραφικά γεγονότα σε όλο τον κόσμο: γιουγκοσλαβικός εμφύλιος, εξέγερση στην Αλβανία, πόλεμος στο Ιράκ, παλαιστινιακή ιντιφάντα, επιθέσεις της Αλ Κάιντα στη Σαουδική Αραβία, Σκοπιανό, Τουρκία, εξεγέρσεις στην Αίγυπτο και τη Λιβύη. Από το 2003 συμμετέχει με ντοκιμαντέρ του σε διεθνή φεστιβάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here